Καρνάβαλος

Επεισόδιο Έκτο

Κάτω από την ακακία ένα ετερόκλητο πλήθος έχει κάνει κατάληψη στα τραπεζάκια των καφενείων περιμένοντας το λεωφορείο. Εσύ κάθεσαι πάντα στο παγκάκι με το βλέμμα στραμμένο στο απέναντι βουνό και τις αισθήσεις σου να βρίσκονται σε εγρήγορση. Τα μάτια σου ορθάνοιχτα περιμένουν να δουν την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα τζάμια του λεωφορείου, τα αυτιά σου τεντωμένα ανυπομονούν να ακούσουν την κόρνα του, τα ρουθούνια σου αδημονούν να μυρίσουν λίγο καυσαέριο από την εξάτμισή του και τα χέρια σου χαράζουν στο παγκάκι άλλο ένα Γ+Κ=L.F.E (την επόμενη χρονιά έτρεχες να αντικαταστήσεις το Κ με το Δ, μετά με το Α, ύστερα με το Μ, μέχρι που κατάλαβες ότι το For Ever υπάρχει μόνο στα λεξικά – οπότε πρέπει να σταματήσεις να ταλαιπωρείς το παγκάκι).

Πιστός στις παραδόσεις ο “Καρνάβαλος” (η μόνη λέξη που θα μπορούσε να αποδώσει με ακρίβεια τον στολισμό των λεωφορείων που έκαναν το δρομολόγιο από Ναύπακτο) έφτανε πάντα σε μια εντελώς απροσδόκητη στιγμή προκαλώντας τον εκνευρισμό όσων τον περίμεναν είτε γιατί ήταν πολύ νωρίς και “ωχουου…μα πότε πρόλαβε και έφυγε?τζάμπα έφτιαξα την βαλίτσα?κυρ Ντινόοοοο, να πάρω τηλέφωνο τον Τράκα (όνομα και πράγμα) να έρθει να μας πάρει με το ταξί?” είτε γιατί ήταν πολύ αργά και “δεν θα το προλάβουμε το λεωφορείο των 5 για Αθήνα, να πούμε στον οδηγό να τρέξει λίγο παραπάνω, να ειδοποιήσουμε στα ΚΤΕΛ να μην φύγει αν δεν φτάσουμε εμείς, να το απαιτήσουμε, να γίνει κατάσχεση, δε με ενδιαφέρει, έλα Σούλα, φόρτωσε το μπαούλο να φεύγουμε”.

Σε κάθε περίπτωση, με το που φτάνει μπροστά σου και σταματάει το ένα μάτι σου ψάχνει να βρει από ποιά μεριά θα πετάξουν τις εφημερίδες και το άλλο ποιοι έφτασαν και σήμερα και ανεπηρέαστος από το βλέμμα “τι ήθελα και ήρθα με το λεωφορείο, την επόμενη φορά θα το κόψω με τα πόδια, λιγότερη θα είναι η ταλαιπωρία, κάντε λίγο πιο κει, θέλω να καταρρεύσω” τρέχεις να τους καλωσορίσεις και να τους δώσεις ραντεβού στις 5 “στο γήπεδο για διπλό μπασκετάκι”. Ύστερα μπαίνεις στο καφενείο του κυρ-Ντίνου και ψάχνεις να βρεις την εφημερίδα με το διακριτικό επτασύλλαβο επώνυμό σου – κάθε μέρα βρίσκεις γραμμένη πάνω της μια διαφορετική εκδοχή του πως θα μπορούσες να λέγεσαι – την αρπάζεις από τα χέρια του συνονόματου θείου και ξεκινάς για το σπίτι.

Εντωμεταξύ η σύνθεση των τραπεζιών κάτω από την ακακία αλλάζει, οι ταξιδιώτες φεύγουν και τους αντικαθιστούν τα παιδιά της “μεγάλης παρέας”, οι συνομήλικοι της αδερφής σου δηλαδή που ετοιμάζονται για άλλο ένα πολεμικό μεσημέρι. Τα τάβλια ανοίγουν, οι τράπουλες ανακατεύονται, τα κασετόφωνα δυναμώνουν και οι περίοικοι ετοιμάζουν τα πολεμοφόδια “της μεγάλης της Σταθούλας* σχολής”, ήτοι σάπια πορτοκάλια, πατάτες, νερό με τον κουβά ή το λάστιχο, οτιδήποτε τελοσπάντων θα μπορούσε να διώξει τους μικρούς ταραξίες της μεσημεριανής ραστώνης. Εσύ είσαι ακόμα μικρός για να σε αφήσουν να μείνεις, βλέπεις την αδερφή σου να έρχεται και καταλαβαίνεις ότι είναι η ώρα να φεύγεις και εύχεσαι να μεγαλώσεις λιγάκι μόνο και μόνο για να μπορείς να παίξεις κι εσύ “αγωνία” υπό τον φόβο των ιπτάμενων πορτοκαλιών.

(…συνεχίζεται…)

* Σταθούλα: μία από τις δέκα πιο αγαπημένες φιγούρες του χωριού. Γυναίκα του ψάλτη, έμενε ακριβώς πάνω από τα καφενεία και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της (εκτόξευση σάπιων ζαρζαβατικών, νερού ή και κατάρων) δεν την αφήσαμε ποτέ να κοιμηθεί το μεσημέρι. Μας λείπει.

6 thoughts on “Καρνάβαλος”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s