Αγαλματάκια Ακούνητα

Επεισόδιο Ένατο

Χωρίς να το καταλάβεις η ώρα έχει πάει εννιά, τα φώτα στις κολώνες έχουν ανάψει και η γιαγιά, φορώντας την καλή της ζακέτα, σε παίρνει από το χέρι και ανεβαίνετε στην αγορά. Το ραντεβού είναι πάντα στο ίδιο σημείο και τα δύο παγκάκια μπροστά από τα Καπορδελέικα περιμένουν υπομονετικά άλλο ένα βράδυ για να φιλοξενήσουν τις γνωστές συζητήσεις για τις πατάτες που « -Εγώ τις έβαλα στις 25 του Απρίλη. – Αλήθεια λες Σοφούλαμ’? Κι εγώ που τις έβαλα στις 23 νόμιζα ότι άργησα (Χα! Σε νίκησα και φέτος! Πάλι πρώτη της έβαλα!)» ή για την άσπονδη φίλη τους που « -Την βλέπεις? Πάει και ποτίζει μες στο βράδυ για να μην δούμε ότι παίρνει το νερό. –Εμένα μου το λες? Δεν την είδα εγώ εψές και της είπα ότι θα το πω στην κοινότητα? (Ευτυχώς που υπάρχω κι εγώ τελοσπάντων και γίνεται και κάτι σωστό σε αυτό το χωριό)».

Με το που κάθεστε πρώτη βγαίνει από το μαγαζί η Μαρία (μάλλον η καλύτερη φίλη της γιαγιάς σου και ας μην το παραδέχεται – φαίνεται από τον τρόπο που κρατάει η μία το χέρι της άλλης όταν θυμούνται τα δύσκολα), πάντα με το πλατύ της χαμόγελο και πάντα βιαστική να προλάβει να ξαναμπεί μέσα για να (ξανά)βάλει λίγο τσίπουρο στους θαμώνες. Μόλις κοιτάξεις επάνω ένα γνώριμο κεφάλι ξεπροβάλει από το διπλανό μπαλκόνι. Η άλλη φίλη της γιαγιάς σου, η Αντριάννα, περιμένει πως και πως να αρχίσει η μάζωξη, με το που σας βλέπει ακούς το γνωστό ποδοβολητό από την ξύλινη σκάλα και σε κάτι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα ξεπροβάλλει μπροστά σας με τις δύο εγγονές της. Μέσα σε 10 λεπτά το παγκάκι αρχίζει να ασφυκτιά, η Μουστακομαρία έχει έρθει σχεδόν τρέχοντας για να πιάσει καλή θέση, η Κρίτσαινα ψάχνει να δει που έχουν κρυφτεί τα 2 από τα 8 εγγόνια της, η Καραγιώργαινα προσπαθεί να κάτσει στην ακρούλα, η Σουλτάνα ξεπροβάλει από την κορυφή του δρόμου, η Καπορδελοπαρασκευή μπαινοβγαίνει κι εκείνη για να τα προλάβει όλα και όλες μαζί συζητούν, γελούν, αγκαλιάζονται, μοιράζονται μυστικά και κάνουν σχέδια για την αυριανή μέρα – ναι, μόνο για την αυριανή.

Εντωμεταξύ στο διπλανό παγκάκι, η εφηβεία δίνει την δική της παράσταση. Η Γιώτα και οι φίλες της προσπαθούν να φτιάξουν το προσωπικό τους Top 10 από υπαρκτούς και φανταστικούς έρωτες, ανακατεύοντας στο μπλέντερ τα παιδιά από το χωριό, τους πρωταγωνιστές του Beverly Hills και τους τραγουδιστές(?) των New Kids on the Block. Εσένα βέβαια όλα αυτά σου φαίνονται εντελώς ανούσια, δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί κάποιος θα σταμάταγε το μπαμ-ξεμπαμ για να κάτσει σε ένα παγκάκι και να αρχίσει να μιλάει με τις ώρες για τα άλλα παιδιά που παίζετε μαζί κρυφτό ή για ανθρώπους που δεν έχει γνωρίσει ποτέ από κοντά. Αφήνεις λοιπόν την αδερφή σου και τις φίλες της να λύσουν τον γρίφο του «ποιος είναι ο πιο ωραίος από τους Take That«, κλείνεις τα μάτια σου ακουμπώντας στην απέναντι μάντρα και αρχίζεις να μετράς 5-10-15 μέχρι το 100, σίγουρος ότι όταν «τα βγάλατε» με το «ακατα ματακα σουκουτου μπε» κάποιος σε κορόιδεψε τρώγοντας μια συλλαβή μετά το «άμπε φάμπε«. Με το που φτάνεις στα 100 κάνεις μια γρήγορη περιστροφή μήπως και δεις κάποιον πριν προλάβει να κρυφτεί και αφού ποτέ δεν πετυχαίνει αυτό το μεγαλειώδες σου σχέδιο περνάς στο εναλλακτικό του να ψάξεις να τους βρεις. Αν όλα πάνε καλά τους ξετρυπώνεις από τις γνωστές τους κρυψώνες, τον Φώτη μέσα στο μαγαζί του παππού του, τη Μαρία και τη Λίτσα πίσω από τις γαρδένιες, το Γιαννάκη και τον Θωμά πίσω από το αυτοκίνητο, την Αντριάννα και την Αλέκα στις σκάλες προς το Καναβέικο – το μόνο καλό ήταν ότι όλοι πηγαίνουν δυο-δυο γιατί φοβούνται το σκοτάδι. Μόλις τους βρεις όλους ξεκινάτε το μπαμ-ξεμπαμ, μετά περνάτε στα «αγαλματάκια ακούνητα» και τελειώνετε με το «ένα-δύο-τρία-στοπ!» – με την κοριτσοπαρέα της αδερφής σου να τραγουδάει «κι εγώ σου λέω στοπ!μη!» και εσένα να αποσυντονίζεσαι μονίμως.

Και πάντα πάνω στο καλύτερο, λίγο πριν ακουμπήσεις πρώτος τον απέναντι τοίχο και βγεις ο νικητής της βραδιάς, ακούς τη γιαγιά σου να φωνάζει το σύνθημα της οπισθοχώρησης: «Γιωργάαακηηη, πήγε έντεκα η ώρα, έλα να βάλεις το μπουφάν σου, αύριο πάλι συνεχίζετε!». Κι εσύ, που δεν θες ποτέ να της χαλάς χατίρι, αποχαιρετάς τους υπόλοιπους, την πλησιάζεις, αρπάζεις τον φακό από τα χέρια της και τρέχεις προς το σπίτι. Μόλις μπεις μέσα βγάζεις βιαστικά τα ρούχα σου, ξαπλώνεις κάτω από την μάλλινη κουβέρτα (ναι, είναι Αύγουστος), κλείνεις τα μάτια, ανεβαίνεις στην φανταστική σου κούνια και την τρίτη φορά που φτάνεις ψηλά κοιμάσαι χαμογελαστός – γιατί ξέρεις ότι όσο είσαι εκεί τίποτα κακό δε μπορεί να σου συμβεί.

(…συνεχίζεται…)

Συντάκτης: Χαμένο Επεισόδιο

I told my friends not to worry

8 thoughts on “Αγαλματάκια Ακούνητα”

  1. Ειναι πραγματικα αξιοθαυμαστο το ποσα πολλα θυμασαι απο τοτε.Ευτυχως για μας δηλαδη γιατι μπορεις να τα επαναφερεις και στην δικη μας μνημη!Διαβαζοντας αυτο το επεισοδιο μου ηρθαν οι μυρωδιες απο εκεινες τις γαρδενιες(που ειχαν ξεχασει ακομη και την υπαρξη τους!)Μπραβο σου Γιωργο!!!!Χιλια μπραβο!!!!!!
    Περιμενω το επομενο επισοδιο…
    Λιτσα

    Μου αρέσει!

  2. Εγραψες παλι… τι να πω πια…
    …»όσο είσαι εκεί τίποτα κακό δε μπορεί να σου συμβεί»… αυτο κι αν ειναι αληθεια…
    οταν μπορεσεις και αν το θυμασαι, θα ηταν ωραιο να γραψεις για εκεινη τη φορα που ηρθαμε χωρις να μας περιμενεις και.. θυμασαι νομιζω τη συνεχεια… πολυ θα ηθελα να δω πως θα την αφηγηθεις…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s