Η Μάχη της Κρήτης

Επεισόδιο Δέκατο

Στην έκτη δημοτικού η εμμονή σου με το χωριό είχε γίνει πια ξεκάθαρη σε όλους. Σε κάθε ευκαιρία φρόντιζες να διευκρινίσεις ότι «Εγώ δεν είμαι από την Κρήτη, είμαι από την Άνω Χώρα», προκαλώντας λιποθυμικά επεισόδια στον παππού σου (ανάλογα με αυτά που πάθαινε όταν του έλεγες ότι προτιμάς  σαν πόλη τα Χανιά από το Ηράκλειο – για να πάρεις την πληρωμένη απάντηση «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς… τα Χανιά δεν είναι πόλη. Το Ηράκλειο είναι Η Πόλις!«) και πικρά χαμόγελα στη μητέρα σου που προσπαθούσε – μάταια – να σε συνεφέρει επιστρατεύοντας στην αρχή λογικά επιχειρήματα του στυλ «Βρε αντράκι μου, εδώ δεν γεννήθηκες? Πως γίνεται να λες ότι είσαι από αλλού?» , αναζητώντας στη συνέχεια λίγο πιο συμβιβαστικές λύσεις τύπου «Όταν είμαστε εδώ να λες ότι είσαι από την Κρήτη, προχθές χρειάστηκε δύο Lexotanil η γιαγιά σου για να συνέλθει» και καταλήγοντας στους κλασικούς συναισθηματικούς εκβιασμούς της μορφής «Δηλαδή εμένα δε με αγαπάς που είμαι από εδώ?» (Σε αγαπάω αλλά πού είσαι τώρα για να στο πω).

Όλα αυτά τα μικροεπεισόδια φυσικά δεν στάθηκαν ικανά για να σε εμποδίσουν από το να ψάχνεις συνέχεια αφορμές να πηγαίνεις στο χωριό. Έτσι, τον Ιούνιο του 1994,  με τις Ευρωεκλογές να στέλνουν τον πατέρα σου στην Άνω Χώρα για να ψηφίσει στις 12 του μήνα και τη σχολική χρονιά να τελειώνει λίγες μέρες μετά, οι γονείς σου ανακοίνωσαν στον δάσκαλό σου την πιο λογική απόφαση που είχαν πάρει: «Αχ, κύριε Βασίλη μου, ξέρετε, ο Γιώργος δεν θα είναι εδώ για να τελειώσει το δημοτικό (λεπτομέρειες, μη δίνετε σημασία), είναι ευκαιρία να τον πάμε τώρα στο χωριό να πάρει τον αέρα του το παιδί (να ησυχάσουμε κι εμείς)». Έτσι η 11η Ιουνίου σε βρίσκει να τριγυρνάς με το ποδήλατο στα στενά της πάνω γειτονιάς με τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου αλλά και με μια μικρή ανησυχία: Μα που πήγαν όλοι?

Η αλήθεια είναι ότι το μόνο που δεν είχες προβλέψει στο – τέλειο κατά τα λοιπά – σχέδιό σου ήταν η απουσία των υπόλοιπων παιδιών, τα οποία είχαν το θράσος να θέλουν να πάνε σχολείο μέχρι και την τελευταία μέρα. Αφού λοιπόν έκανες ένα μικρό γκάλοπ ρωτώντας (επανειλημμένα) μία-μία τις γιαγιάδες του χωριού για τις επικείμενες αφίξεις και κατάλαβες ότι καμιά δεν προβλεπόταν πριν τις αρχές Ιουλίου, αποφάσισες να περάσεις τις μέρες σου ήσυχα και νωχελικά – το πρωί  σύντομες βόλτες (μέχρι το διπλανό χωριό), το απόγευμα χαλαρά σουτάκια στο γήπεδο (ως τα πρόθυρα της υπερκόπωσης), το βράδυ πάντα μαζί με την γιαγιά (ως τα όρια της υπνηλίας). Τα μεσημέρια ήταν όντως νωχελικά, συνήθως από τα νεύρα σου καθόσουν με τις ώρες και πετούσες ένα λαστιχένιο μπαλάκι στον τοίχο πάνω από την πόρτα της τραπεζαρίας, μιλώντας ταυτόχρονα στη γιαγιά – που έκανε ματαιόπονες προσπάθειες να κοιμηθεί – για ένα σωρό σημαντικά και διαφορετικά θέματα που σε απασχολούσαν, όπως το πότε θα έρθουν τα άλλα παιδιά, αν άκουσε καμιά φίλη της να αναφέρει πότε περιμένει τα εγγόνια της και κυρίως αν ήξερε πότε θα φτάσουν οι υπόλοιποι της παρέας.

Και ένα μεσημέρι, εκεί που κάθεσαι αμέριμνος στην πολυθρόνα και συζητάς με την γιαγιά (που κοιμάται) για το πόσο πολύ σου αρέσει εδώ και πως θα γίνει να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου στο Ηράκλειο, ακούς ξαφνικά ένα «Γιώργο!?», βγαίνεις έξω και τι να δεις? Τέσσερις φιγούρες από την Κρήτη (λογικά μία από κάθε νομό) ήρθαν να σε εκδικηθούν για όλα όσα έχεις πει για το ηρωικό νησί. Συγκεκριμένα έχουν πάρει τις μορφές της θείας, του θείου και των αγαπημένων σου ξαδελφών και ετοιμάζονται να σε λιώσουν παίρνοντάς σε αγκαλιά. Εσύ, ανήμπορος να συνδυάσεις τους κρητικούς συγγενείς με το κραβαρίτικο τοπίο και παρασυρμένος από τη ξακουστή γενναιότητα που σε διακρίνει από τότε, κάνεις αυτό που πρέπει για να τιμήσεις την καταγωγή σου, φωνάζεις «Βοήθεια! Φαντάσματα!» και τρέχεις να κρυφτείς μέσα στην αποθήκη. Αφού περάσει κανένα τέταρτο, βγαίνεις έξω, πλησιάζεις προσεκτικά το σαλόνι, τους ξαναβλέπεις και αρχίζεις να αναρωτιέσαι τι κάνει η γιαγιά μαζί τους και τι είδους συνομιλία είναι αυτή που μπορεί να έχουνε. Τότε η θεία σου σε πλησιάζει, σου λέει «Γιωργάκη, δεν είμαστε φαντάσματα, απλά κάναμε διακοπές εδώ κοντά και περάσαμε να σας δούμε» και εσύ πείθεσαι να τους δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία.

Σε πέντε λεπτά φυσικά τα έχεις ξεχάσει όλα, οι ξαδέρφες σου είναι εκεί, μπροστά σου, και αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία, συνεχίζετε το «γιάντες» που είχατε σταματήσει δύο εβδομάδες πριν στο Ηράκλειο, κανονίζετε πως θα χωρίσετε τα καινούρια Playmobil για να ξέρετε τι προίκα θα έχετε από Σεπτέμβρη, βγάζετε τα καινούρια σας παρατσούκλια και αφού περάσεις μια μέρα στο χωριό σαν να ήσουν στην Κρήτη, καταλήγεις να κάνεις την πρώτη σου ανακωχή με το νησί, γιατί τελικά καταλαβαίνεις ότι σημασία δεν έχει το «που» αλλά το «με ποιον».

(…συνεχίζεται…)

Advertisements

10 thoughts on “Η Μάχη της Κρήτης

  1. Κρητικοανω-χωρίτη ,εδώ και καιρό λεω να σου κάνω κάποιο σχόλιο αλλά όλο αμελούσα(η ταχύτητα της καθημερινότητας βλέπεις).
    ΠΡΑΓΜΑΤΙ μας ξύπνας νοσταλγικές αναμνήσεις από ένα παρελθόν που μας λείπει…
    γιατί σημασία δεν έχει το “που” αλλά το “με ποιον”.

    p.s
    keep working-writing και εμείς θα »ταξιδεύουμε»

    Μου αρέσει!

  2. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκφρασή σου εκείνη τη μέρα στην Άνω-Χώρα όταν είδες τα «φαντασματάκια»!!! τι μου θύμισες Γιωργάκο μου…γιάντες, playmobil και πολλές όμορφες αναμνήσεις από τα ανεπανάληπτα παιδικά μας χρόνια…Όσο για τους διαλόγους περί ηρωικού νησιού, μπορώ να επιβεβαιώσω όσα λες, τα περιγράφεις όλα πιστά και καταπληκτικά…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s