Το πλατύσκαλο

Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κλείσει μάτι. Βλέμμα καρφωμένο στο εικονοστάσι του απέναντι τοίχου και ο νους να γυρίζει στην πρώτη μέρα που είχε δει τον άντρα της. Είχε σταθεί στο πλατύσκαλο του σπιτιού και τον περίμενε να περάσει από μπροστά της για να την δει, και μόλις εκείνος φάνηκε στην αρχή του δρόμου κοκκίνισε, λίγο από έξαψη και λίγο από θυμό, που θα έπρεπε να τον συναντήσει με αυτόν τον ατιμωτικό τρόπο και του έριξε το πιο παγωμένο βλέμμα που θα φορούσαν ποτέ τα μάτια της. Όταν εκείνος έστριψε στην γωνιά του δρόμου, αφού πριν φρόντισε να της χαμογελάσει, εκείνη γύρισε στη μάνα της και της είπε «εντάξει, θα τον πάρω» αν και κανείς δεν ζήτησε την γνώμη της.

Ύστερα σκεφτόταν το ίδιο το πλατύσκαλο μπροστά από την πόρτα του σπιτιού, που της είχε δώσει χαρές και ταυτόχρονα ένα μικρό επιπλέον ύψος για να παρατηρεί τα πράγματα γύρω της. Εκεί έκαναν οι κόρες της τα πρώτα τους βήματα, εκεί τις περίμενε να γυρίσουν το βράδια, εκεί στεκόταν το πρωί μέχρι ο άντρας της να στρίψει στην γωνία πηγαίνοντας για την δουλειά.

Τώρα είναι κολλημένη στο μπάνιο, το πακετάρισμα έχει ξεκινήσει από το πρωί, δεν υπάρχει τίποτα να μαζέψει πια εκεί, αλλά πως το κάνεις το βήμα το μεγάλο να μπεις στο σαλόνι μόνος σου; Κοιτάζεται στον καθρέφτη, όλα τα χρόνια της γραμμένα στο πρόσωπό της, κάθε ρυτίδα και μια αντίδραση στην λήθη, κι ας μην το διάλεξε, κι ας ήθελε το παρελθόν να περάσει σαν νερό τρεχούμενο, χωρίς να σκάψει το χώμα. Τα μάτια της μικραίνουν με τον καιρό, αντιδρούν και εκείνα σε όσα βλέπουν, αρνούνται να συμβιβαστούν με τον ήλιο που δύει, ψάχνουν ανατολές, παράθυρα που ανοίγουν, σεντόνια απλωμένα για πρώτη φορά, μυρωδιές σαπουνιού, χαμόγελα αυθόρμητα απέναντι στο θαύμα της ημέρας, χέρια αυθόρμητα μέσα στο θαύμα μιας αγκαλιάς. Αγκαλιά δεν πήρε ούτε έδωσε, έτσι όπως της τα έμαθε ο καιρός, έτσι του τα γύρισε πίσω.

Δεν αντέχει, βγαίνει έξω και αρχίζει να καθαρίζει το πλατύσκαλο, πρέπει να έχει ρίξει ήδη τρεις κουβάδες νερό σε μια επιφάνεια τρία επί δύο, την βλέπει η κόρη της και θυμώνει, τι καθαρίζεις, σε μια εβδομάδα δεν θα υπάρχει τίποτα, το πλατύσκαλό σου θα πεταχτεί σε μια χωματερή, άσε τα πλυσίματα κι έλα εδώ να σώσεις ότι σώζεται, τα άλλα θα τα πάρει ο άνεμος. Ξαφνιάζεται εκείνη, σκύβει στην αυλή και γεμίζει την χούφτα της με χώμα, το βάζει στην τσέπη της ρόμπας της και μπαίνει μέσα.

Δεν ήταν το πλατύσκαλο που έχανε τώρα, ήταν ο έλεγχος της ζωής της.

(…συνεχίζεται…)

Συντάκτης: Χαμένο Επεισόδιο

I told my friends not to worry

27 thoughts on “Το πλατύσκαλο”

    1. Πλάκα κάνω. Εξάλλου είναι ασύγκριτη στο γράψιμο. 😉

      Εγώ δεν γράφω γιατί μου βγαίνει πολλή μαυρίλα, κάμποσο βρισίδι και μπόλικη απογοήτευση. Αρκετά ζορισμένοι είμαστε όλοι. Το αφήνω προς το παρόν.

      Μου αρέσει!

  1. …έτσι όπως της τα έμαθε ο καιρός, έτσι του τα γύρισε πίσω…
    κάτι σαν να μου θυμίζει αυτό.. όπως και η αναμονή για τη συγκαταβατική
    αποδοχή «αν και κανείς δεν ζήτησε την γνώμη της»…
    Πολύ καλό, και η συνέχεια σίγουρα ακόμα καλύτερη!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s