Οι ζώνες

Η Ρήνια περιφέρεται νευρικά μεταξύ υπνοδωματίου και σαλονιού, αδειάζει τις ντουλάπες με μανία, πετάει τα ρούχα τους στο πάτωμα, να τα αφήσουμε όλα εδώ, να πάρουμε καινούρια, τι τα θέλουμε τόσα κουρέλια καμουφλαρισμένα σε προτάσεις ευτυχίας, οι άλλες την κοιτούν συγκαταβατικά, όλες το ίδιο σκεφτόμαστε αλλά ποια τολμάει να το πει. Έχει μπει σχεδόν μέσα στην παιδική τους ντουλάπα, εδώ κρυβόταν μικρή όταν την κυνηγούσε εκείνος με την ζώνη στο χέρι, η Κατερίνα απέξω, στεκόταν μπροστά στην πόρτα και τις έτρωγε εκείνη, στωικά, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω του, ανυποχώρητη μπροστά στο μεγαλύτερο καθήκον της, να προστατέψει την μικρή.

Πέντε λεπτά διαφορά είχαν οι δίδυμες, πρώτα βγήκε η Κατερίνα και το κλάμα της ακούστηκε σε όλο το σπίτι, ύστερα η Ρήνια σχεδόν βουβή, φοβήθηκε η μαία, το παιδί ζει, δεν δείχνει να αναπνέει, ακούμπησε το χέρι της στο μικροσκοπικό της στέρνο και τότε έκλαψε η Ρήνια, και από τότε πάντα καθυστερημένα, πρώτα έμπαινε στην κόλαση, την παρατηρούσε και μετά φώναζε βοήθεια. Μέσα στην ντουλάπα η Ρήνια να μετράει σκοτάδια, βήματα βιαστικά, φωνές κι ύστερα να ανοίγει η πόρτα και να μπαίνει και η Κατερίνα για να κλάψει χωρίς να την δει εκείνος, η μια κρυβόταν από τον πόνο και η άλλη από την παραδοχή του. Τώρα τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, τα περισσότερα τους τα έχει κάνει δώρο εκείνος, να μην τα πάρουμε, σκέφτεται, να τον αφήσουμε πίσω μας, πόσο ακόμα θα τον κουβαλάμε πάνω μας, να τα πετάξουμε, να τον πετάξουμε.

Μέσα στην ντουλάπα τώρα η Ρήνια, όρθια, σχεδόν μαρμαρωμένη, τα χέρια κολλητά στο σώμα και το βλέμμα ευθεία μπροστά, βγες έξω Ρήνια μου, δεν θα σε ξαναχτυπήσει, πάνε αυτά, τέλειωσαν, θα φροντίσω εγώ να μην έχει ζώνες στο νέο σπίτι, θα σε φροντίσω εγώ. Η Ρήνια βγαίνει, τρέχει στο δωμάτιο των γονιών της, βρίσκει τις ζώνες του και της περνάει όλες γύρω από την μέση της, η Κατερίνα πηγαίνει πίσω της, την αγκαλιάζει, η Ρήνια βάζει τα κλάματα, έτσι Ρήνια μου, κλάψε και μια φορά έξω από την ντουλάπα, κι ύστερα πάρε τις ζώνες και πέτα της μόνη σου, εσύ πρέπει να το κάνεις, για εσένα ήταν οι ζώνες, κι ας μην τις ήθελες. Η Ρήνια σηκώνεται, βγαίνει έξω, αρχίζει και λύνει μία μία τις ζώνες, στην αυλή η ροδακινιά έχει αρχίσει να μαραίνεται από τα πρώτα κρύα, δεν θα μαραθώ όμως κι εγώ, δεν θα μαραθώ, με το δεξί της χέρι τινάζει τις ζώνες στον αέρα και τις ρίχνει με δύναμη πάνω στον κορμό του δέντρου, ύστερα στα κλαδιά, να ρίξει όλα τα φύλλα πριν πέσει εκείνη, να εκδικηθεί την σκιά της, όλες τις σκιές. Η μάνα της τρέχει έξω να την μαζέψει, η γειτονιά είναι στο πόδι, τρελάθηκε η καημένη, στενοχωρήθηκε που φεύγουν. Η Ρήνια μπαίνει μέσα και πηγαίνει προς το σαλόνι, ξαπλώνει μπρούμυτα στον καναπέ και μένει εκεί ακίνητη, της πέρασαν όλα, τα πέταξε όλα πάνω στην ροδακινιά, αφού δεν μπορούσε να ξεφορτώσει στα έμψυχα, ας ξεφόρτωνε ένα κομμάτι από την ψυχή της στα άψυχα.

(…συνεχίζεται…)

Advertisements

15 thoughts on “Οι ζώνες

  1. …δημιουργείς πολύ όμορφες εικόνες και ανάμικτα συναισθήματα.
    Γνώρισες τόσο καλά τις δίδυμες στη ζωή σου
    που δε νομίζω να χρειάζεσαι ενισχύσεις
    για να δημιουργήσεις και τις επόμενες εικόνες…

    Μου αρέσει!

  2. Λατρεία αυτό το απόσπασμα… Και μου αρέσει το »(…συνεχίζεται…)»! Πάντα κάτι έχεις να δώσεις και να μας κάνεις να αναμένουμε συνεχώς. Ταλέντο συγγραφικό είσαι…!!
    Μεγαλιώδες…
    Αναμένω…
    -ΟΒΕΡ-

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s