Σαν Παρασκευή

 

Monet
Monet

Σαν Παρασκευή. Η μέρα αποφασίζει να σε κεράσει γουλιά γουλιά το τέλος μιας εβδομάδας που οι συζητήσεις δεν κατέληξαν πουθενά – εκτός ίσως από την πεποίθηση ότι δεν ακολουθείς μια πορεία προς την καταστροφή, είσαι ένα βήμα μετά από αυτήν. Και αυτό μπορεί να σου δημιουργεί απογοήτευση αλλά από την άλλη, από κάπου μακριά, σου χαμογελάει και μια ελπίδα. Όταν διαλύεται βίαια ένα πλήθος απλά γιατί διαφωνεί, το μόνο που καταφέρνουν είναι να το συσπειρώσουν. Όταν διαλύεται μια οικογένεια απλά γιατί θέλουν να την υποτάξουν το μόνο που καταφέρνουν είναι να την κάνουν να καταλάβει ακόμα περισσότερο την αξία των δεσμών εντός της. Οι κοινωνικοί δεσμοί έχουν χαλαρώσει αλλά δεν έχουν χαθεί. Η ανέχεια προκαλεί βία και οι θυμωμένες συνειδήσεις φτάνουν ακόμα και να την δικαιολογήσουν. Οι άνθρωποι απλά θέλουν να νιώσουν ότι υπάρχει ένα σώμα δίπλα τους για να ακουμπήσουν την ώρα που πέφτουν, αν τους βάλεις απέναντι τους διογκώνεις το συναίσθημα της απώλειας. Αν και βέβαια, εδώ που φτάσαμε, δεν είναι η ίδια η απώλεια που θυμώνει τον κόσμο, είναι το χέρι που τους την προκαλεί.

Οι μέρες που έρχονται θα είναι σαν Δευτέρες, σαν Τρίτες, σαν Κυριακές. Ο χρόνος έχει κόψει οριστικά κάθε σχέση του με το παρελθόν, είναι ένας νέος χρόνος που παλεύει σε έναν παλιό τόπο. Οι άνθρωποι όμως είναι οι ίδιοι. Και παλεύουν με παλιά χέρια για καινούριες ζωές.

Advertisements

18 thoughts on “Σαν Παρασκευή

  1. Για όσους δουλεύουν σπίτι(όπως εγώ) η αλλαγή της μέρας δεν έχει καμιά σημασία…
    Μόνο για τα μαγαζιά ή τις εφημερίδες.
    Οταν δουλεύεις σε γραφείο είναι διαφορετικά, το έχω ζήσει.
    Οπως και όταν είσαι δημοσιογράφος(νέος)πάλι τα Σ/Κ δεν είναι διαφορετικά απ’ τις καθημερινές…κι αυτό από πείρα το γνωρίζω…..
    Τελικά νομίζω τα Σαββατοκύριακα είναι μόνο για τους δημοσίους υπαλλήλους….γι αυτούς μόνο είναι σίγουρο πως δε δουλεύουν και πάλι εξαρτάται απ’ τη θέση που έχεις.

    Μου αρέσει!

  2. Θα σου πω μια ωραία ιστορία που μου την είπε κι εμένα ένας άλλος φίλος εδώ γύρω. Λέγεται «Η προέλευση του κόσμου»:

    Μερικά χρόνια μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου, ο σταυρός και το σπαθί βασίλευαν πάνω στα ερείπια της Δημοκρατίας. Μεταξύ των ηττημένων, ένας αναρχικός εργάτης, πρόσφατα αποφυλακισμένος, έψαχνε εργασία. Μάταια κινούσε ουρανό και γη. Δεν υπήρχε δουλειά για έναν “κόκκινο”. Όλοι του κατέβαζαν μούτρα, σήκωναν τους ώμους και του γύριζαν την πλάτη. Κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν τον άκουγε. Το κρασί ήταν ο μοναδικός φίλος που του απόμενε. Τις νύχτες, μπροστά στα άδεια πιάτα, ανεχόταν χωρίς να πει τίποτα την γκρίνια της θεοσεβούμενης συζύγου του, γυναίκας της καθημερινής λειτουργίας, ενώ ο γιος, ένα μικρό αγόρι, του επεναλάμβανε όσα του μάθαιναν στο κατηχητικό.

    Πολύ καιρό αργότερα, ο Τζουζέπ Βερντούρα, ο γιος εκείνου του κακότυχου εργάτη, μου το διηγήθηκε. Μου το διηγήθηκε στη Βαρκελώνη, όταν έφτασα εξόριστος. Μου διηγήθηκε: Ήταν ένα απελπισμένο παιδί που ήθελε να σώσει τον πατέρα του από την αιώνια καταδίκη αλλά αυτός ήταν τόσο άθεος και τόσο ξεροκέφαλος που δεν έπαιρνε από λόγια.

    – Αλλά μπαμπά, -του είπε ο Τζουζέπ, κλαίγοντας- αν ο Θεός δεν υπάρχει, ποιος έφτιαξε τον κόσμο;

    – Χαζούλη -είπε ο εργάτης, αποκαρδιωμένος, σχεδόν συνωμοτικά-. Χαζούλη. Τον κόσμο τον φτιάξαμε εμείς, οι εργάτες!

    (Από το «Βιβλίο των εναγκαλισμών» του Εντουάρντο Γκαλεάνο)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s