Εσύ που έμεινες πίσω

Father and son, Cathy Jourdan
Father and son, Cathy Jourdan

Έρχομαι σπίτι μετά από μήνες, δεν μπορώ να βάλω κτητική αντωνυμία, είναι το σπίτι, θα έπρεπε να πω μου ή μας, αλλά δεν το νιώθω πια έτσι, όσο περνάει ο καιρός γίνεται σου και μόνο δικό σου. Στρώνουμε να κοιμηθούμε και ψάχνω για σεντόνια, φαντάζομαι ότι είναι φυλαγμένα εκεί που τα έβαζε εκείνη, δεν είμαι και σίγουρος, έχεις κάνει όλες τις πιθανές ανώδυνες αλλαγές για να φέρεις τους τοίχους στα μέτρα σου, έχεις εγκαταλείψει και το κρεβάτι σας και κοιμάσαι στο δικό μου, έχει φασαρία στο άλλο, μου λες, φαντάζομαι τα βράδια να ακούς τις φωνές της και γνέφω καταφατικά. 

Το πρωί σηκωνόμαστε την ίδια ώρα και βγαίνουμε έξω, η πλατεία είναι ακόμα βρεγμένη και τα μάτια μας μισόκλειστα, στην άκρη της πόλης ο γίγαντας που έγινε βουνό κοιμάται ακόμα. Στον άδειο πεζόδρομο μια κιθάρα παίζει τον ρυθμό του Knockin’ at heaven’s door, σκύβω το κεφάλι και προσπερνάω, έμαθα να ζω με όσα δεν αντέχω, αλλά δεν έμαθα ακόμα να τα κοιτάω κατάματα. Σε ρωτάω στα γρήγορα τα διαδικαστικά του νεκροταφείου, δεν θέλω λεπτομέρειες, μόνο το βασικό χρονοδιάγραμμα, βουρκώνεις και ψελλίζεις κάτι για τον Αύγουστο του 2014, πέντε χρόνια σχεδόν, σκέφτομαι, τόσο χρειάζονται τα μνήματα για να εξαργυρωθούν με λήθη, ύστερα η απώλεια συντηρείται από αυτούς που μένουν πίσω.

Πιο κάτω μια γιαγιά με ένα μπαστούνι στο ένα χέρι κι ένα άδειο κύπελλο στο άλλο μας κοιτάει στα μάτια και ανοίγει το στόμα χωρίς να βγάλει ίχνος ήχου, η απελπισία είναι βουβή πια, δεν έχουμε αντοχή ούτε να φωνάξουμε βοήθεια. Καθόμαστε για καφέ και μπουγάτσα και μου λες για τους φασίστες, αποκαλείς τον Κασιδιάρη «ανεγκέφαλο κωλόπαιδο», χαμογελάω συγκαταβατικά, ίσως και να είναι αυτός ο πιο ακριβής χαρακτηρισμός που έχω ακούσει. Πίσω στο σπίτι ετοιμάζομαι να φύγω, πάλι μου την έσκασες, μου λες, θα φύγεις και θα μείνω μόνος, πώς να σου εξηγήσω τώρα τι γίνεται, πώς να σου μιλήσω για όσα δεν θες να ακούσεις;

Ανοίγω ένα κουτάκι coca cola και πάω να πιω, μου το παίρνεις από το χέρι και το σκουπίζεις με μια χαρτοπετσέτα, γίνομαι πάλι 5 κι εσύ 39, σε λίγο θα με πας για πρώτη φορά στο σχολείο, σε λίγο θα μου πάρεις ποδήλατο, σε λίγο θα μου μάθεις να οδηγώ, σε λίγο θα προσπαθήσεις να με καταλάβεις.

Ανάβω τσιγάρο. Είσαι θυμωμένος. Μια μέρα θα φύγουμε μαζί.

Advertisements