Το νέο μαρτύριο

Paul Delvaux, The Cortege, 1963
Paul Delvaux, The Cortege, 1963

Θα σηκωθούμε ένα πρωί και θα φύγουμε από την πόλη, θα βγεις εσύ από το μπαρ, μεθυσμένος, με τα πόδια σου να παραπατούν στο πεζοδρόμιο, κι εκείνη, που θα έχει κουραστεί να σε περιμένει, θα βγει στον δρόμο με το νυχτικό, όχι για να σε βρει, αλλά για να σε αποφύγει. Η πόλη θα αργοξυπνάει μαζί μας, ένας συνταξιούχος στρατιωτικός θα σηκωθεί για την πρωινή του γυμναστική, φορώντας τις αρβύλες του, που αγόρασε είκοσι χρόνια πριν, και μια τρύπια φανέλα, θα βγει στον δρόμο και θα αρχίσει να τρέχει προς τον βορρά.

Πίσω σου θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι θαμώνες, κάποιος θα κρατάει στο χέρι ένα μπουκάλι μπύρα που θα το σπάσει στον πρώτο κάδο, ένας άλλος θα φωνάξει είσαι καριόλα και θα βάλει τα κλάματα. Εκείνη θα πάρει τον δρόμο που οδηγεί στην εθνική και λίγο πριν τον κόμβο με την γέφυρα που έχει ξεράσει πια τα σκουριασμένα της σίδερα, θα κοιτάξει ψηλά και για πρώτη φορά μετά από καιρό θα χαμογελάσει. Εσύ θα χαθείς για λίγο στα στενά της παλιάς πόλης, οι λιωμένες σόλες σου θα γλιστράνε πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο και η ανάσα σου θα γίνεται όλο και πιο βαριά μέσα στον πηχτό πρωινό αέρα. Ο πρώτος που θα επιχειρήσει να μπει στο αυτοκίνητό του θα καταλάβει ότι οι μηχανές δεν θα δουλεύουν πια και τα κλειδιά θα είναι άχρηστα να γυρίσουν είτε μίζες είτε πόρτες. 

Ο στρατιωτικός θα καταπιεί τα πρώτα χιλιόμετρα ακολουθώντας την ρουτίνα του, θα καταλάβει ότι δεν μπορεί να σταματήσει παρά μόνο όταν βρεθεί κατάκοπος έξω από τα όρια της πόλης. Τα πόδια του θα συνεχίσουν να τρέχουν αλλά η καρδιά του θα σταματήσει να χτυπά, και κάπως έτσι, το άψυχο σώμα του θα βρεθεί να κάνει κύκλους γύρω μας, σε όλη την διαδρομή, αρνούμενο να συμβιβαστεί με την ιδέα του Νέου Μαρτυρίου.

Εκείνη, θα μπει στην εθνική με τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και θα ακολουθήσει τις κινήσεις του νέου κοπαδιού. Θα προχωράει πια μόνο ευθεία, σκαρφαλώνοντας πάνω σε αυτοκίνητα, πηδώντας τις διαχωριστικές μπάρες, πέφτοντας με ορμή πάνω σε διόδια και πράσινες πινακίδες. Ο ήλιος θα αρχίσει να την ζεσταίνει και το νυχτικό θα κολλάει πάνω της μέχρι να γίνει το δεύτερο δέρμα της, μέχρι να γίνει το καινούριο δέρμα της.

Λίγο πριν βγεις κι εσύ στην εθνική, θα συναντήσεις μια γυναίκα καθισμένη σε αναπηρικό καρότσι, τα πόδια της θα είναι σκεπασμένα με μια καρό κουβέρτα και το βλέμμα της θα είναι σκεπασμένο από την ανημποριά του μελλοθάνατου. Θα της χαμογελάσεις κι εκείνη θα χαμηλώσει το βλέμμα, ύστερα θα πιάσει με τα αδύναμα χέρια της τις ρόδες του καροτσιού και θα αρχίσει να σε ακολουθεί. Πίσω της ένας ψηλός άντρας θα προσπαθεί όταν χρειάζεται να την βοηθήσει να ανέβει τις ανηφόρες, ο άντρας εκείνος θα μπορούσε να είναι και ο πατέρας σου, πριν αποφασίσει να βοηθάει πια μόνο τον εαυτό του. Θα θυμηθείς το πατρικό σου σπίτι στο βουνό, τα δυο αδέρφια σου που είναι ακόμα εκεί, τη μάνα σου που την έχουν καταπιεί τα βουνά, το σώμα της που ξεδιψάει μόνο με την βροχή, θα θυμηθείς τη μάνα σου, το σώμα της, που είναι η γη.

Το άψυχο σώμα του στρατιωτικού θα αρχίσει να λιώνει όταν ο ήλιος μεσουρανήσει, τα χέρια του θα διαλύονται, το δέρμα θα φτάνει ως τα νύχια κι ύστερα θα στάζει στην άσφαλτο αφήνοντας μικρά εξογκώματα σαν πλαστελίνη, τα μάτια του θα μείνουν ορφανά πάνω στις κόγχες, δυο μεγάλες άσπρες μπάλες με κόκκινες γραμμές, μέχρι που τα πόδια του θα σπάσουν και το κουφάρι του θα σωριαστεί στον δρόμο, οι υπόλοιποι θα τον προσπεράσετε αδιάφορα, “ένας φασίστας λιγότερος” θα πείτε και θα συνεχίσετε την πορεία σας.

Εκείνη θα προχωράει με το βλέμμα καρφωμένο ευθεία, οι εικόνες της ευθείας θα μοιάζουν με καλειδοσκόπιο, κομματάκια θάλασσας, ουρανού και ασφάλτου θα γυρνούν αργά μπροστά στα μάτια της και θα την ζαλίζουν. Για λίγο μόνο θα θυμηθεί το σπίτι που άφησε, έτσι κι αλλιώς, τα σπίτια που αφήνουμε είναι άλλη μια τρύπα στον χώρο, το ίδιο σκέφτεσαι κι εσύ, κι ας αφήνεις που και που να σε ρουφάει η μαύρη τρύπα του πατρικού σου. Το δικό της σπίτι ήταν μια μαύρη τρύπα από την αρχή, ο ήλιος το περιφρονούσε τόσο έκδηλα που μέσα του ευδοκιμούσαν μόνο νυχτολούλουδα και κάκτοι της μαύρης ερήμου.

Όταν θα βγεις κι εσύ στην εθνική, οι κάτοικοι της πόλης θα έχουν γίνει μια άμορφη μάζα από ενωμένα κεφάλια και πόδια, ένα τέρας που δεν βγήκε στους δρόμους για να τους καταπιεί αλλά για να το καταπιούν εκείνοι. Η μάχη ανάμεσα στους ανθρώπους και τους δρόμους δεν θα βγάλει ποτέ νικητή γιατί ο ένας θα έχει πάντα ανάγκη τον άλλο, κανένας άνθρωπος δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσει πουθενά αν δεν ακολουθήσει τον δρόμο και κανένας δρόμος δεν θα επιβιώσει αν δεν τον πατήσει έστω κι ένας άνθρωπος.

Όσο προχωράτε η πόλη θα αλλάζει όψη, αντί για άσπρες πολυκατοικίες θα εμφανίζονται γκρι εργοστάσια, οι καμινάδες τους θα ξερνούν στον αέρα μαύρους καπνούς και τα σωθικά τους θα τρίζουν από σκουριασμένα γρανάζια και χαλασμένα ελατήρια.

Εκείνη θα προπορεύεται, τα στόμα της θα γίνει το στόμα του κοπαδιού, οι παλάμες της θα γίνονται όλο και πιο σφιχτές, σαν δυο γροθιές που ετοιμάζονται να ρίξουν κάτω τον αέρα, και θα αρχίσει να παλεύει με τον αέρα, θα χορεύει μόνη της με σφιγμένες της γροθιές, θα πέφτει στην άσφαλτο και θα την χαράζει με τα νύχια της, θα σηκώνεται όρθια και θα κλαίει για όσα πρέπει να αφήσει πίσω. Οι υπόλοιποι θα την κοιτούν σαν ξωτικό και σαν αγρίμι, θα προσπαθούν να την πλησιάσουν κι ύστερα θα απομακρύνονται τρομαγμένοι, θα της φωνάζουν, θα την ενθαρρύνουν και θα την ταπεινώνουν. Και η μάχη της θα κρατήσει μέρες ολόκληρες, μέχρι να σβήσει κάθε ανάμνηση, μέχρι να ξεχάσει ποια ήταν, μέχρι να ξαναγεννηθεί.

Εσύ θα προσπαθήσεις να μπεις όλο και πιο βαθιά στο κοπάδι, να χαθείς μέσα στα ξένα σώματα, να συντονίσεις την ανάσα σου με την δική τους. Το στόμα σου θα είναι βουβό, σημασία τώρα έχει η φυγή, κανείς δε νοιάζεται για τις αιτίες της, εδώ που είστε οι πράξεις νίκησαν και οι σκέψεις έπαψαν να εναντιώνονται. Πέφτεις και χάνεσαι στο πλήθος, όπως ένα κέρμα πέφτει και χάνεται στον υπόνομο, κανείς δεν σε αναζητά, κανείς δεν θα θυμάται ότι κάποτε υπήρξες. Ζεις την πιο μεγάλη μοναξιά την ώρα της μεγαλύτερης ένωσης, είσαι μια μονάδα που καταπίνει ο χώρος λίγο πριν την καταπιεί ο χρόνος, είσαι ένα ασήμαντο όπλο σε έναν πόλεμο που είναι σημαντικός. Η δική σου φυγή είναι η τελευταία παράδοση, το τελειωτικό δόσιμο στον καιρό, η σταγόνα εκείνη που καίει το μέτωπο του βασανισμένου.

Η γυναίκα στο καρότσι θα κοιτάει το κοπάδι με το ίδιο βλέμμα που κοιτάει τον θάνατο, το ακολουθεί αλλά δεν παραδίνεται, το εκλιπαρεί αλλά δεν το φοβάται. Είναι η μόνη που κουβαλάει το παρελθόν μαζί της σε αυτή την καινούρια φυγή, είναι η μόνη που δε μπορεί να του ξεφύγει, αλλά είναι και η μόνη που είναι συμφιλιωμένη μαζί του. Τα χέρια της είναι για το καρότσι ό,τι και το ποτάμι για το ποταμόπλοιο, οι ρόδες του είναι μια προπέλα που βουτάει για λίγο στο νερό κι ύστερα βγαίνει στην επιφάνεια για να πάρει ανάσα, το καρότσι της θα ταξιδεύει μέσα σε αυτό το ομοιογενές ποτάμι των ανθρώπων μέχρι να φτάσει στην πιο ψηλή πηγή και κολλήσει στα ρηχά.

Και τότε μια κραυγή θα ακουστεί, σαν κλάμα μωρού και σαν λυγμός λύκαινας και θα στρέψουν όλοι τα κεφάλια τους προς τα πίσω και θα σε δουν να κλαις και το πρόσωπό σου θα σκληρύνει, σαν πέτρα που ετοιμάζεται να χρησιμοποιηθεί σε λιθοβολισμό και να ξεσκίσει το δέρμα ή σαν γκλομπ που ετοιμάζεται να σπάσει τα γόνατα της εξουσίας. Και θα σηκωθείς τότε όρθιος και θα ορκιστείς εκδίκηση απέναντι σε αυτό που μας οδήγησε να ξεκινήσουμε αυτή την πορεία και θα αρχίσεις να περπατάς ανάμεσά μας, κοιτώντας στα μάτια τον καθένα ξεχωριστά, μήπως και βρεις τον ένοχο ανάμεσά μας. Και όλοι στην αρχή θα κάνουμε ένα βήμα πίσω μόλις μας πλησιάσεις, κι εσύ όσο θα μας βλέπεις φοβισμένους θα νιώθεις ακόμα πιο σίγουρος για τον εαυτό σου, μέχρι που θα φτάσεις στην αρχή του κοπαδιού και θα τεθείς επικεφαλής. Και κανείς δεν θα φέρει αντίρρηση, γιατί όλοι θα αρχίσουν να φοβούνται ότι μπορεί να έχουν και εκείνοι την τύχη του στρατιωτικού, να πεθάνουν γιατί δεν έμαθαν ποτέ να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που τους είχαν εκπαιδεύσει να κάνουν. Και έτσι θα σε δεχθούν για επικεφαλής, γιατί μεγαλύτερος και από τον φόβο του θανάτου, θα είναι πάντα ο φόβος της τιμωρίας ενώ είσαι ζωντανός. Και θα πεις ξεχάστε την φυγή, δεν υπάρχει καμιά πορεία, το Νέο Μαρτύριο είμαστε εμείς οι ίδιοι, και ένας τρόπος μόνο υπάρχει για να γλιτώσουμε, να γίνουμε η εξουσία που μας λιώνει, να ξεσκίσει ο ένας την σάρκα του άλλου, μέχρι να εξαφανιστεί και το τελευταίο δέρμα του παλιού φόβου, μέχρι να μείνουν στην άσφαλτο τα κουφάρια των φασιστών και οι υπόλοιποι να ζήσουμε σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να μην γεννήθηκε ποτέ το μίσος, σαν να μην ξέσπασε ποτέ κανένας πόλεμος, σαν να μην ζήσαμε ποτέ στην πόλη που μας ξέρασε εδώ, μακριά της, γιατί το μόνο που καταφέραμε ήταν να της μολύνουμε τα σωθικά.

Και θα κάνουμε όλοι τότε ένα ακόμα βήμα, όχι μπροστά, ούτε πίσω, ένα βήμα στον χρόνο που δεν υπάρχει, στον χώρο που δεν βλέπουμε, στον δρόμο που δεν ξέρουμε. Και θα είναι αυτό το βήμα το οριστικό, το τελευταίο βήμα ενάντια στον φόβο, το μόνο βήμα που δεν θα ονομαστεί φυγή αλλά ζωή. Και η πόλη πίσω μας θα ανασάνει διπλά, γιατί μαζί με εμάς, θα έχει ξεφορτωθεί και τον φασισμό.

Advertisements

One thought on “Το νέο μαρτύριο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s