Ξανά

2014-07-08 14.36.29-1

Φεύγεις. Γυρνάς. Πάλι.

Το καλοκαίρι φέτος στο νησί είχε για soundtrack μερικά χαρούμενα επιφωνήματα πάνω σε easy listening μελωδίες, μπερδεμένα I’m gonna start now με I wonder, μπουκαλάκια της μπύρας να τσουγκρίζονται ιδρωμένα κάτω από τον καυτό ήλιο, τιρκουάζ νερά πάνω σε γυαλιστερά άσπρα βότσαλα, μάτια που διψούσαν για την απέναντι στεριά, χέρια που διψούσαν για το απέναντι σώμα, συναντήσεις μετά τα μεσάνυχτα στα σκοτεινά στενά της χώρας, παράξενα ποτά σερβιρισμένα σε ακόμα πιο παράξενα ποτήρια, παραλίες που καλύπτονταν από δάση, δάση που υπόσχονταν παραλίες αρκεί να έβρισκες την άκρη τους. Οι μέρες έκαιγαν τα κορμιά και οι νύχτες τα ξεδιψούσαν, το μεσημέρι βρέχονταν οι πετσέτες και το βράδυ τα σεντόνια, μέσα σε μία εβδομάδα το νησί ρούφηξε όλο τον χειμώνα και τον εξαφάνισε, μέχρι να έρθει ο επόμενος και να σε εξαφανίσει. 

Φεύγεις.

Το κορίτσι ανεβοκατεβαίνει χαρούμενο τον κεντρικό πεζόδρομο της Πόλης, φωνάζει «κέφι, κέφι, κέφι», πίνει χυμούς ρόδι και σταματά για να μυρίσει αρωματικά σαπούνια, εσύ κουνάς ρυθμικά τη γλώσσα κάνοντας μόνο μπλουμπλουμπλου και φωτογραφίζεις άγνωστους στο δρόμο που μοιάζουν γνωστοί, διασχίζετε τις γέφυρες με τους ψαράδες χαζεύοντας τις αστραπές να ενώνουν τους αντικριστούς μιναρέδες, πίνετε τσάι με δυο ζαχαρωτά, μετά κατεβάζετε ένα μπουκάλι γενί ρακί και πετάτε μέσα στα ποτήρια λιωμένα παγάκια, ζωές, έρωτες, χωρισμούς, ευχαριστώ, ζόρια, ευγνωμοσύνες, συνθήματα, κάποια στιγμή καταλαβαίνετε ότι αυτά τα ποτήρια θα σας καταπιούν, σηκώνεστε βιαστικά και αποφασισμένα, φεύγετε, δεν θα πνιγούμε ποτέ σου λέω, αυτόν που καταφέρνει να χαμογελά όταν σου λέει πονάω μην τον φοβάσαι.

Γυρνάς.

Το φυτό έχει καταλάβει πια τη μισή βεράντα, ίσως και να ενοχλήθηκε που γύρισες, δεν θα είναι για πολύ, του λες, θα σε αφήσω κι εσένα κάποια στιγμή, έτσι κάνω με όλους. Αν και δεν ήταν αυτό το σχέδιο.

7 thoughts on “Ξανά”

      1. ΠΑΝΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΔΙΟ…..ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ Η’ ΑΠΟ ΜΑΣ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΑ. ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΤΟ ΑΝΤΙΛΗΦΘΟΥΜΕ….ΟΙ ΚΕΡΑΙΕΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

        Μου αρέσει!

  1. Όταν κάποτε το έβγαλα έξω, δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ
    Φαινόταν τόσο μαραμένο και βρωμερό,
    Τόσο γελοίο κι εύπιστο, σαν ένα άρρωστο κανίς,
    Ή ένας ξεπεσμένος αστέρας στα τέλη του Σεπτέμβρη,
    Το ‘φερα πάλι μέσα
    Για μια νέα ρουτίνα –
    Βιταμίνες, νερό και όποια άλλη
    Συντήρηση έμοιαζε λογική
    Εκείνη την εποχή: είχε ζήσει
    Τόσον καιρό με τζιν, τσιμπιδάκια, μισοκαπνισμένα πούρα,
    Ξινισμένη μπύρα,
    Τα ζαρωμένα του πέταλα έπεφταν
    Στο ξεθωριασμένο χαλί, το άνοστο
    Λίπος της μπριζόλας κολλούσε στα χνουδωτά του φύλλα.
    (Ξεραμένο, έτριζε σαν τουλίπα).
    Νίλες που τράβηξε! –
    Τις χαζές κυρίες που τσιρίζουν μες στη νύχτα
    Ή εμάς τους δυο, μόνους, άθλιους,
    Εμένα να ξεφυσώ το μεθοκόπι μου πάνω του,
    Να σκύβει εκείνο από τη γλάστρα του έξω στο παράθυρο.
    Κατά το τέλος, έμοιαζε να με ακούει σχεδόν –
    Μα αυτό ήταν τρομακτικό –
    Τόσο που όταν εκείνη η καθαρίστρια με τη φωνακλάδικη
    Βλακεία της, το πέταξε μαζί με τη γλάστρα, στα σκουπίδια,
    Δεν είπα κουβέντα.
    Απέλυσα όμως τη ξιπασμένη στρίγγλα την επόμενη εβδομάδα
    Κι έτσι μονάχος απόμεινα.

    (το ποίημα τιτλοφορείται «το γεράνι», είναι του Theodore Roethke και είναι μεταφρασμένο από το Γιάννη Λειβαδά στην έκδοση «Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα», εκδ. Ηριδανός)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s