Αλφαβητάρι

Α|μνησία

Δε θυμάμαι. Λεπτομέρειες, γεγονότα και ιστορίες ολόκληρες παλεύουν να βρουν θέση σε μια παράσταση που ρίχνει πάντα απότομα την αυλαία. Εξομολογήσεις και περιπέτειες σβήνονται στην στιγμή, αφήνοντας πίσω στοίβες λευκών σελίδων. Οι ανατροπές χάνονται στον κύκλο μιας ακόμη ρουτίνας, η είδηση διαρκεί όσα δευτερόλεπτα χρειάζεται ο πομπός να την εκφωνήσει. Κείμενα και φωτογραφίες αρχειοθετούνται επιμελώς στην μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του χρόνου, την λήθη. Αρχίζω και φαίνομαι λίγος. Είμαι λίγος. Συγκρατώ μόνο όσα αντέχω. Με νικούν μόνο όσα δεν περίμενα. Αφήνω να περάσουν μπροστά από τα μάτια μου ολόκληρες πορείες διαμαρτυρίας σημαντικών στιγμών ενάντια στην κατεστημένη αμνησία. Ξεχνάω όσα ακούω. Ένα μακρόσυρτο μουρμουρητό παίρνει όλο και πιο συχνά την θέση κουπλέ και ρεφρέν. Ένα μουρμουρητό παίρνει την θέση του χρόνου.

Γράφω για να νικήσω τον χρόνο. Κυρίως για να νικήσω την ύφεσή του, να χαρίσω ιδεατές εξάρσεις σε ευθύγραμμα χρόνια. Καταγράφω αγγίγματα για να τους αποδώσω μια ψευδαίσθηση αιωνιότητας. Αποτυπώνω σκέψεις για να τους προσφέρω μια σπασμένη δικλείδα μεγαλείου. Αγωνίζομαι απέναντι σε αυτό που καταλαβαίνω ότι θα με νικήσει, την ανωνυμία άλλης μιας αναπόφευκτης αναχώρησης. Τελικά γι’ αυτό γράφουμε, για να μην επιτρέψουμε άλλη μια συλλογική αμνησία σε προσωπικές ιστορίες. Να μην αφήσουμε τους επόμενους να εξιστορήσουν τις ζωές μας σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες προσταγές.

Ανεβαίνω κόντρα τα σκαλιά. Καταλαβαίνω ότι η αμνησία δεν μπορεί να είναι προσωπική επιλογή. Όχι τώρα. Όχι εδώ. Οφείλω να σταματήσω να μην αντέχω να θυμάμαι. Οφείλω στην μνήμη μια πρώτη νίκη.

Β|υθός

Βουτιά. Όλα αλλάζουν νόημα, κάθε μικρή κίνηση κρατάει από το χέρι και μια αλληγορία. Οι επιφάνειες γίνονται σύνορα, όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, εμπόδια που δυσκολεύουν την μέρα να προχωρήσει. Οι φωτισμένες λεωφόροι μετατρέπουν την πόλη σε ένα αχανές πάζλ από ακανόνιστα κομμάτια, τα σκοτεινά τετράγωνα ξεπηδούν σαν κύματα που ετοιμάζονται να μας σκεπάσουν.

Βουτιά στην πόλη. Κοιτάω τον βυθό της. Περπατάω έξω από εγκαταλειμμένα σπίτια, από μέσα το επίμονο κλάμα ενός σκύλου φωνάζει ότι κάποτε υπήρχε καθημερινότητα εδώ. Τώρα μόνο ακανόνιστες στιγμές. Προσπερνάω άδειες βιτρίνες, στο βάθος τα σκονισμένα ράφια μουγκρίζουν ότι κάποτε υπήρχε ανταλλαγή εδώ. Τώρα μόνο χρεοκοπημένες αντοχές. Στην άκρη του δρόμου χέρια απλωμένα, κάτω από τις κουβέρτες τα σώματα ψυθιρίζουν ότι κάποτε υπήρχε ζωή εδώ. Τώρα μόνο βυθισμένες αξιοπρέπειες.

Καρφώνω το βλέμμα στο πεζοδρόμιο, σαν να είναι αυτό το μόνο σύνορο που μπορώ να αντέξω, σαν να είναι αυτή η μόνη επιφάνεια που με κρατάει μακριά από τον βυθό της πόλης. Οι περαστικοί μοιάζουν με ναυαγοί μιας βάρκας που ανατράπηκε από ένα γιγάντιο κύμα, όλοι μαζί παλεύουμε να νικήσουμε μια δύναμη που μας τραβάει προς τα κάτω.

Φάρος πουθενά. Τα μόνα μας σωσίβια είναι τα ενωμένα σώματά μας.

Γ|ιορτή

Σηκώνεσαι το πρωί, μετά την αναγκαστική κραιπάλη που σε βοήθησε να αντέξεις άλλο ένα ρεβεγιόν, και φτιάχνεις μια κούπα από εκείνον τον καφέ που δεν πίνεται. Βγάζεις από την ντουλάπα την παλιά σχολική σου τσάντα, πετάς μέσα δύο τζιν και τρία πουκάμισα και κατεβαίνεις στο λιμάνι. Το πλοίο έχει ήδη κλείσει την είσοδο για τους επιβάτες κι εσύ τρέχεις να μπεις από το γκαράζ μαζί με το τελευταίο φορτηγό, είναι πάντα αυτή η τελευταία στιγμή που μας σώζει. Τις ατέλειωτες ώρες της αναμονής στο κατάστρωμα κοιτάς τα περιγράμματα των νησιών που αφήνεις πίσω, τις άσπρες κουκκίδες στην κορυφή και τους γαλάζιους τρούλους, όλα μοιάζουν μικρά όταν παρεμβάλλεται η θάλασσα.

Φτάνεις στον Πειραιά και μου λες να έρθω να σε πάρω, κι εγώ μπαίνω ανάποδα σε όλα τα στενά για να κάνω την διαδρομή πιο σύντομη. Έτσι κι αλλιώς τα απαγορευτικά δημιουργήθηκαν για να σβηστούν την πρώτη μέρα του Γενάρη. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο και τα χέρια μας αγγίζονται ξανά αμήχανα, κάθε φορά για εμάς είναι η πρώτη φορά.

Ερχόμαστε σπίτι και κάνουμε όλα εκείνα που μας στερεί η θάλασσα που έχει μπει ανάμεσα, μια ματιά που σταματά τον χρόνο, ένα τσιγάρο μοιρασμένο, έναν χορό σε ρυθμό διαφορετικό από εκείνον του τραγουδιού.

Κι ύστερα μου λες αυτό για εμένα είναι γιορτή, να φτάνω σε εσένα.

Μέσα σε δυο ώρες το πολύ έχω και πάλι συνηθίσει το σώμα σου, η εικόνα σου στον καναπέ δείχνει οικεία, το μπρίκι βγάζει δύο καφέδες αντί για έναν, τα πεταμένα μας ρούχα στο πάτωμα μοιάζουν τακτοποιημένα. Κοιτάμε μέσα από το άδειο σπίτι τα φώτα που έχουν ξεχαστεί στα μπαλκόνια απέναντι, ανοίγουμε την πόρτα να φύγει ο καπνός του τσιγάρου και μπαίνει ο καπνός από τα τζάκια, η νέα μυρωδιά της πόλης, γελάμε με όσα δεν αντέχουμε και τραγουδάμε Cohen, απομονώνουμε πάντα στίχους, για να μην νιώθουμε απομονωμένοι.

Κι ύστερα αρχίζουν τα μην φύγεις. 

Δ|εσμά

Κάτι σε δένει πάντα με αυτό που σε έχει φέρει εδώ, ακόμα κι αν η πορεία φάνηκε οπισθοδρομική, ακόμα κι αν έφτασες εδώ που είσαι σήμερα όχι από επιλογή, ούτε από τύχη, αλλά από καθαρή μεταμέλεια. Αν καταφέρεις να σταθείς μία στιγμή στην αιχμή της ζωής, αυτό που άλλοι ονομάζουν συνειδητοποίηση και άλλοι απόσυρση, τα καρέ της πορείας σου μπαίνουν επιτέλους σε μια σειρά, η ζωή παύει να είναι video clip εναλλασσόμενων εικόνων προς εντυπωσιασμό, αλλά φωτογραφίες που παλιώνουν αργά, κιτρινίζουν από την φθορά του χρόνου, όπως κιτρινίζουν τα δάχτυλά σου από το αργό κάψιμο ενός τσιγάρου.

Εδώ που έφτασες, ζεις δύσκολα. Παλεύεις να κρατήσεις τις ισορροπίες ανάμεσα σε αυτά που έμαθες να διεκδικείς και σε όσα σε υποχρεώνουν να διεκδικήσεις. Τις μέρες που το σώμα σου δεν αντέχει να σηκωθεί, τότε που η μάχη μοιάζει χαμένη από χέρι κι εσύ ένας κουρασμένος μονομάχος σε μια άδεια αρένα, είναι η ίδια η επιβίωση που σου φωνάζει αυτό που δεν είχες σκεφτεί ποτέ. Να φύγεις. Σηκώνεσαι και το επαναλαμβάνεις συνεχώς από μέσα σου, να φύγω, περπατάς και τα πόδια σου κατευθύνονται προς έναν μόνο προορισμό, να φύγω, μιλάς και το στόμα σου θέλει να πει μόνο δύο λέξεις, να φύγω. Φαντάζεσαι μια νέα ζωή σε ένα καινούριο σκηνικό, τα ρουθούνια σου γεμίζουν από την μυρωδιά άγνωστων σωμάτων, τα μάτια σου καλύπτονται από τις εικόνες νέων προσδοκιών. Είσαι εσύ, είσαι εδώ, αλλά το εδώ δεν το αντέχεις πια, αρχίζεις να κοιτάς εισιτήρια, δουλειές και σπίτια σε μέρη που μπορεί και να μην πήγαινες ποτέ. Σε πείθεις στιγμιαία ότι μπορείς να απαλλαγείς από όλα τα κιτρινισμένα καρέ της ζωής σου, ότι το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένας αναπτήρας για να κάψεις το εδώ και μια άδεια βαλίτσα που θα γεμίσει από το εκεί.

Κι ύστερα κοιτάς την παλάμη σου και βλέπεις ότι κρατάς ακόμα τις παλιές φωτογραφίες, οι εικόνες της ζωής σου είναι πάντα εκεί και τελικά δεν είναι στάσιμες, κινούνται σε έναν κυκλικό χορό κι εσύ είσαι στην μέση. Το φως της μέρας πέφτει πάνω στο πατρικό σου σπίτι με την πλακόστρωτη αυλή, στις ορτανσίες που φουντώνουν κάθε άνοιξη, στο θρανίο που έγραψες το πρώτο σου σύνθημα, στην παρέα που πήγες τις πρώτες σου διακοπές, στον πρώτο έρωτα που έμεινε στην μέση και στους επόμενους που τέλειωσαν χωρίς ούτε ένα αντίο, στα πρώτα λεφτά που χάλασες σε ένα ατέλειωτο μεθύσι, στους δρόμους που περπατάς με κλειστά μάτια, στις καλημέρες που λες σε ένα σωρό οικείους αγνώστους. Οι κιτρινισμένες φωτογραφίες κρύβουν χρώματα που χρειάζεσαι, το παρατημένο πράσινο μιας βόλτας στον εθνικό κήπο, το τρικυμιώδες κόκκινο μιας ακόμα πορείας, το ανακατεμένο μπλε μιας ακόμα θάλασσας.

Καταλαβαίνεις ότι ξεκινάς να ζωγραφίσεις ένα κάδρο με προσδοκίες, προσπαθείς να χωρέσεις σε έναν καμβά περιορισμένων διαστάσεων τις εικόνες που σου έμαθαν να θαυμάζεις, δένεις το χέρι σου με ένα ξένο πινέλο που δεν ορίζεται από εσένα. Ύστερα επαναστατείς, καρφώνεις τον καμβά με το ξένο πινέλο και τον καταστρέφεις, δεν αποδέχεσαι κανέναν καμβά, καμιά περιορισμένη διάσταση, μαθαίνεις να γράφεις στους τοίχους, όλη η πόλη γίνεται ένας ατέλειωτος καμβάς.

Ε|κτός

 Δεν έφευγε. Δύο ώρες τώρα σταματημένος στην στάση έβλεπε τα λεωφορεία να περνούν από μπροστά του κάθε τέταρτο. Για τα δύο πρώτα δικαιολογήθηκε ότι είναι γεμάτα και δεν του αρέσει να στριμώχνεται, ότι μισεί τα χνώτα και την βαβούρα. Ύστερα άναψε τσιγάρο και δεν ήθελε να το σβήσει, είχαν μείνει ακόμα τρεις τέσσερις τζούρες και λυπήθηκε να το πετάξει. Το επόμενο ήταν από εκείνα τα μεγάλα, τα ενωμένα με μια φυσαρμόνικα στην μέση, που πάντα έλεγε ότι φοβόταν ότι θα κοπεί ξαφνικά και θα μείνουν οι επιβάτες του πίσω λεωφορείου μετέωροι, να προσπαθούν να κρατηθούν από τις χειρολαβές για να μην πέσουν στην άσφαλτο. Καθόταν στην στάση και περίμενε, κάποια στιγμή το βλέμμα του καρφώθηκε στην απέναντι βιτρίνα με προσφορές για μαξιλάρια και παπλώματα πουπουλένια κι έτσι έχασε και το επόμενο λεωφορείο που μισοάδειο πια δεν σταμάτησε καν. Σηκώθηκε βάζοντας τα χέρια του στο παλτό και τύλιξε πιο σφιχτά το κασκόλ γύρω από τον λαιμό του. Έσκυψε το κεφάλι και έκανε μερικά βήματα γύρω από την στάση – πάντα με σκυμμένο κεφάλι περπατάει, όχι γιατί ντρέπεται ή φοβάται, απλά τον βοηθάει να οργανώσει την σκέψη του. Κι άλλο λεωφορείο που χάθηκε. Στο επόμενο θα μείνει όρθιος μπροστά στην στάση, θα κοιτάξει τον οδηγό αποφασιστικά και θα τεντώσει το χέρι του στο πλάι για να το σταματήσει. Πάντα στα επόμενα όρθιο τον φαντάζεται, να κοιτάζει αποφασιστικά αυτό που έρχεται καταπάνω του και να το σταματά. Χαμογέλασε. Προς το παρόν, το βλέμμα καρφωμένο στο πεζοδρόμιο και τα χέρια στις τσέπες. Κι άλλο λεωφορείο.

Από το τυροπιτάδικο δίπλα στην στάση ο γαλλικός καφές είχε απλώσει την μυρωδιά του στον δρόμο και εκείνος μετρώντας τα χρήματα στην τσέπη του σκέφτηκε ότι επιτέλους αξίζει δυο τρεις γουλιές, θα μπορούσε μάλιστα να περπατήσει μέχρι την επόμενη στάση για να προλάβει να πιει όσο το δυνατόν περισσότερο καφέ. Δεν βιαζόταν άλλωστε. Δύο χρόνια τώρα είχε πάψει να βιάζεται. Από την ώρα που αγόρασε τον καφέ και μέχρι να περπατήσει ως την επόμενη στάση, άλλα δύο λεωφορεία πέρασαν από μπροστά του ανασαίνοντας πάνω του το καυσαέριο από τις εξατμίσεις τους.

Στην επόμενη στάση ο κόσμος ήταν περισσότερος. Αφού άφησε άλλα δυο λεωφορεία να περάσουν, θυμήθηκε το γραφείο του, εκείνο που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει μια Παρασκευή απόγευμα, χωρίς προειδοποίηση. Κατάλαβε πια ότι δεν ήταν τα λεωφορεία που ήθελε να αποφύγει, αλλά ο προορισμός που χάθηκε.

Ζ|άλη

Ζεις σε μια ζάλη που σου θολώνει την εικόνα. Ξυπνάς το πρωί και αντί να δεις την ανατολή πιέζεις οθόνες με notifications και widgets που σε βομβαρδίζουν με ειδήσεις ή αδιάφορα status. Η νέα επιδημία λέγεται διάσπαση προσοχής, ξεκινάει αθώα με μικρές απροσεξίες και παραλείψεις και καταλήγει στην εξιστόρηση της ζωής σου μέσα από το παράθυρο του browser. Αυτό που κάποτε παρουσιάστηκε ως μέσο επικοινωνίας οδηγεί στην απομόνωσή σου, όταν μέσα σε μια παρέα αντί να μιλάς με τους άλλους κάνεις επίμονα refresh στο timeline. Κι όμως, μπορείς κι αλλιώς.

Στην δουλειά το νέο αφεντικό λέγεται φόβος, όλες οι μειώσεις αντισταθμίζονται από την μία και μοναδική παροχή, την θέση εργασίας. Κάνεις πια δουλειά για τέσσερις, φεύγεις αργότερα, πηγαίνεις νωρίτερα, τίποτα όμως δεν είναι αρκετό, η θέση σου δεν εξαρτάται από εσένα, αλλά από ένα απροσδιόριστο budget που όλο μειώνεται.  Φεύγεις ζαλισμένος, έξω έχει ήδη νυχτώσει, τα φώτα των αυτοκινήτων πέφτουν στα μάτια σου και νιώθεις να στα τρυπάνε. Η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε ένα μεγάλο roller coaster που πηγαίνει προς τα πίσω, δεν γελάς πια στις απότομες στροφές, νιώθεις απλά αβοήθητος.

Τα σαββατοκύριακα κοιμάσαι όσο περισσότερο μπορείς, δεν είναι τόσο το σώμα σου που θέλει να ξεκουραστεί, αλλά το μυαλό σου. Σηκώνεσαι και κινείσαι όσο πιο αργά μπορείς, αποφεύγεις περιττές κινήσεις και κυρίως σκέψεις, κρατάς την κούπα του καφέ σφιχτά, σαν να είναι εκείνη ο πιο κοντινός σου φίλος. Το βράδυ η πόλη προσπαθεί να θυμηθεί πώς διασκέδαζε, δοκιμάζεις νέα κοκτέιλ που θα σε κάνουν να ζαλιστείς πιο γρήγορα, καπνίζεις και μιλάς δυνατά για θέματα αδιάφορα, η πόλη θυμάται πώς διασκέδαζε κι εσύ προσπαθείς να ξεχάσεις.

Σταματάς στην μέση του δρόμου και καταλαβαίνεις. Δεν είναι η ζάλη που σου θολώνει την εικόνα, είναι η ίδια η εικόνα που είναι θολή.

Ή|ρωες

Τώρα, που η εποχή αναζητά αλλαγές μεγάλης κλίμακας και οι ανάγκες αναπνέουν δύσκολα, μαθαίνεις να μετράς διαφορετικά. Οι ήρωες δεν θα φανούν ποτέ στα δελτία των 8, δεν θα γίνουν πρωτοσέλιδο, δεν θα διαφημίσουν την ζωή τους στα social media. Θα είναι όμως πάντα γύρω σου για να τους δεις, να δίνουν μάχες μικρές, με όπλα παλιά και σκουριασμένα.

Έμαθαν να στέκονται όρθιοι κάτω από το πιο μεγάλο βάρος. Να αμύνονται χωρίς να στήνουν τείχη. Να δίνουν χωρίς να ζητάνε. Να απαντούν χωρίς να μιλάνε. Να χαμογελούν μπροστά στην πιο μεγάλη απώλεια. Να μην αντιδρούν στην πρώτη γρατζουνιά. Να μένουν βουβοί στον πιο μεγάλο πόνο. Να βοηθούν ψάχνοντας στο τίποτα. Να χτίζουν με σαθρά υλικά. Να λυτρώνονται με ένα ποτήρι φτηνό κρασί. Να κάνουν ρεφρέν την δυσκολία τους. Να μαθαίνουν στα παιδιά τους πώς να περπατούν σε χαλασμένα πεζοδρόμια. Να σβήνουν όσα σύνορα τους απαγορεύουν την επιβίωση. Να ορίζουν νέες χώρες, εκεί που το ψωμί είναι πάντα ζεστό και το γάλα πάντα φρέσκο.

Είναι δίπλα σου. Δεν θα φωνάξουν ποτέ την ανάγκη τους, ο αγώνας τους είναι βουβός, στον αγώνα τους δεν υπάρχει χρόνος για φωνές, το ρολόι μετράει μόνο τις ώρες της καθημερινής μάχης. Και αυτοί οι ήρωες δεν χρειάζονται κανέναν ηγέτη να τους οδηγήσει στην μάχη. Γιατί έχουν μάθει να τραγουδούν την ήττα τους.

Θ|αύμα

Ζούμε σε μικρά λευκά σπίτια που ρίχνουν τις σκιές τους στον ακάλυπτο. Ζούμε σε πόλεις που δεν μας έχουν αγαπήσει, σε χωριά που θέλουμε να παρατήσουμε οριστικά. Δίνουμε το τοπικό μας στίγμα με μοίρες, βολεύει καλύτερα να το ρίξουμε στις Μοίρες, αποφύγουμε έτσι την δική μας ευθύνη. Κρατιόμαστε από τους δείκτες ενός ρολογιού που στρέφεται εναντίον μας, μαθαίνουμε να συμφιλιωνόμαστε με τον χρόνο γιατί δεν μπορούμε να τον νικήσουμε. Χαράζουμε στην γη μεσημβρινούς για να ορίσουμε τις χρονικές αποστάσεις, ξεχνάμε ότι η Αθήνα δεν έχει διαφορά δύο ωρών από το Λονδίνο, αλλά την ίδια ώρα με την Πρετόρια. Μπαίνουμε με ορμή στα χρόνια για να γράψουμε μία ακόμα ιστορία, φεύγουμε και η ιστορία μένει πάντα στην μέση, σβήνουν τα κεφάλαια από την πιο ισχυρή κραυγή του χρόνου, την λήθη.

Κι όμως συνεχίζουμε, συνειδητά ή υπνωτισμένοι, κρατιόμαστε από ένα θαύμα που νομίζουμε ότι συνεχώς βλέπουμε μπροστά μας. Το ονομάζουμε βράδυ με αλκοόλ στο ημίφως, στήνουμε στα γρήγορα μια σκηνή με φίλους που έρχονται από τα παλιά, ζεσταινόμαστε από μουσικές που μας επιτρέπουν να κλείνουμε τα μάτια και φανταζόμαστε ότι μάθαμε επιτέλους να μη λυγίζουμε. Ξεχνάμε για λίγο όσα μας κρατάνε χωρίς να έχουμε επιλέξει, την ευθύνη που μετριέται σε νούμερα, το πένθος που μετριέται σε σώματα. Ύστερα φωτίζουμε στα κλεφτά όσα αντέχουμε να αντικρίσουμε  μια φωτογραφία από την εποχή της μεγάλης ξεγνοιασιάς, μια θάλασσα από την εποχή της άφοβης βουτιάς, ένα ταξίδι σε χρόνο αόριστο, έναν χωρισμό σε τόπο οριστικό. Τώρα αφηνόμαστε. Κι αυτό δεν το λέμε θαύμα, το λέμε ενηλικίωση.

Ι|στορία

Ζούμε την ιστορία μας ως υποκείμενα και αντικείμενά της, ενεργούμε για να την κατευθύνουμε και ταυτόχρονα την υφιστάμεθα, αντιδρούμε ή προσπαθούμε να αντιδράσουμε αφού πρώτα έχουμε αφήσει τον χρόνο να κινηθεί εναντίον μας. Παλεύουμε να δημιουργήσουμε μια δική μας, ξεχωριστή, ιστορία, μοναδική στον τρόπο της αν και παράλληλη στον χρόνο της. Νιώθουμε ότι δημιουργούμε όταν καταφέρνουμε να παράγουμε μνήμη, όταν φρενάρουμε τον χρόνο σε στιγμές και σημεία για να του δώσουμε έκταση δυσανάλογη του αυστηρά τηρούμενου ρυθμού του. Πέφτουμε σε κύκλους που ακολουθούν τον βασικό κανόνα, κάθε αρχή είναι και ένα τέλος, ο θάνατός μας βεβαιώνεται την ίδια εκείνη στιγμή που γεννιόμαστε.

Η ιστορία φοράει τα καινούρια της παπούτσια και τραβάει την ανηφόρα, ενώ τα δικά μας λιώνουν πάνω σε παλιούς δρόμους. Δεν ξέρουμε αν πρέπει να επιτεθούμε ή να αμυνθούμε, όλη η ιστορική γνώση που θα έπρεπε να λειτουργήσει ως εφόδιο, έχει πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα που ισοπεδώνει όχι μόνο την μνήμη – ξεχνώντας τις θηριωδίες του φασισμού και ξαναφέρνοντάς τον στο προσκήνιο – αλλά και την θέληση για να χτιστεί ένα άλλο αύριο.

Η ίδια η ιστορία μοιάζει να κρατάει την ανάσα της. Κι εμείς μαζί της.

Κ|αλοκαίρι

Φτάνουμε στην παραλία και ψάχνουμε για σκιά, προχωράς μπροστά και προσπαθώ να πατήσω πάνω στις μικρές λακκούβες που αφήνουν τα πόδια σου στην άμμο – τον χειμώνα παίζαμε το ίδιο παιχνίδι στις λάσπες μπροστά από το σπίτι σου. Ευτυχώς που οι εποχές δεν μας χαλάνε τα παιχνίδια, μου λες, κι εγώ σκουπίζω τον ιδρώτα από την αγωνία μου να μη χάσω ποτέ τα σημάδια σου. Ξαπλώνουμε κάτω από το αρμυρίκι και κοιτάμε την θάλασσα, το βλέμμα σου ξεφορτώνει βροχές κι εγώ απλώνω την παλάμη μου για ομπρέλα. Για μια στιγμή ο θόρυβος χάνεται, δεν θα καταλάβω ποτέ αν τον αφήνουμε πίσω στην πόλη ή αν τον ρουφάει η θάλασσα, το εκκωφαντικό γαλάζιο νικάει την ηχώ της μνήμης. Στρίβεις τσιγάρο και τα δάχτυλά σου ερωτοτροπούν με το λευκό χαρτί, έχω αρχίσει πια να ζηλεύω και την πιο μικρή σου κίνηση, μην ζηλεύεις, μου λες, εσύ είσαι εδώ για να μου δίνεις την φωτιά.

Μπαίνουμε στην θάλασσα και αρχίζεις να κολυμπάς δίπλα μου, στέκομαι για λίγο ακίνητος να χαζέψω τα μαλλιά σου που κοκκινίζουν με τον ήλιο και τις φακίδες του προσώπου σου που μοιάζουν με σημάδια σε ξεχασμένο χάρτη. Αφήνουμε το νερό να ξεπλύνει τον βρώμικο χειμώνα, τα κύματα μοιάζουν με υποσχέσεις που πάντα ξεθυμαίνουν όταν βρουν στεριά. Βουτάμε τα κεφάλια μας κάτω από το νερό, πρέπει από τώρα να μάθουμε να κρατάμε την αναπνοή μας για να αντέξουμε στις ασκήσεις του φθινοπώρου. Άσε το φθινόπωρο τώρα, μου λες, είναι καλοκαίρι – πώς να σου εξηγήσω ότι πάντα αναπολώ τις στιγμές πριν εκείνες τελειώσουν. Γελάς. Οι φόβοι σου, μου λες, είναι δυο μικρά βότσαλα στην παραλία. Πρέπει να τα πετάξουμε μαζί πίσω στην θάλασσα.

2 thoughts on “Αλφαβητάρι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s