Χρόνια σαν τριαντάφυλλα

Georgia o' Keeffe, White flower on red earth
Georgia o’ Keeffe, White flower on red earth

Χρόνια σαν τριαντάφυλλα ξερά μες στα βιβλία, Και ήρθε πάλι ένα τέλος να ορίσει μια αρχή, τα δένδρα που ήταν άνθρωποι έχουν μαρμαρωθεί, Και πες μου τώρα πάλι πως προχωράμε με μια τόση δα ελπίδα, Χιόνι παλιό και μάλαμα, σαν ακριβή φιλία, Πως αποχαιρετάς αυτούς που σε έφεραν ως εδώ, κορίτσια που γεννήθηκαν κρατώντας το σπαθί, Πως κρατάς φωτεινή την ζωή τους, όταν τους νικάει ο θάνατος.

Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου, Και δεν θα έχω πια χωριό να κάνω διακοπές, Φόρεσες όλα τα βουνά και τα μεταξωτά, Και δεν θα ξαναδώ βουνά, δεν θα ξαναμυρίσω έλατα, Τη νύχτα που ’χεις μέσα σου, τη λες με το όνομά σου, Και δεν θα σε ξαναφωνάξω μέσα στη νύχτα, ούτε θα έρθω στο κρεβάτι σου, Πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά, Και δεν θα μου ξαναφτιάξεις καφέ το πρωί για να τον πιω ενώ απλώνεις φύλλο. Συνέχεια ανάγνωσης «Χρόνια σαν τριαντάφυλλα»

Απλά η αφορμή

Pieter Bruegel the Younger, Dance around the May Pole
Pieter Bruegel the Younger, Dance around the May Pole

Επεισόδιο Δέκατο Ένατο

Η διαδρομή είναι δεδομένη, καράβι από Ηράκλειο για Πειραιά, στάση στην θεία για πρωινό με τοστ με διπλό τυρί και χυμό και μετά να μπαίνουμε βιαστικά στο αυτοκίνητο για να προλάβουμε πριν αρχίσει η πολλή κίνηση – σιγά μην την γλιτώναμε δηλαδή, η ουρά από τα διόδια της Ελευσίνας έχει φτάσει ήδη μέχρι την Χαλυβουργική ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται, γιατί αφενός είμαστε κολλημένοι μέσα στο Πεζό 104 και ιδρώνουμε κολλημένοι στα καθίσματα, αφετέρου ο εκνευρισμός του μπαμπά έχει χτυπήσει κόκκινο γιατί έχει και αυτήν την μαγική ικανότητα να επιλέγει πάντα την λωρίδα που προχωράει με όπισθεν. Το ραδιόφωνο παίζει παλιά λαϊκά σε συνδυασμό με πολιτικές αναλύσεις – η κεραία του πεζό είχε επίσης την μαγική ικανότητα να πιάνει δύο σταθμούς ταυτόχρονα σε συνδυασμό με άπειρα χρουτς χρουτς, που και καλά να ήσουν χρειαζόσουν δύο ασπιρίνες για να φύγει ο πονοκέφαλος μετά το τέλος του ταξιδιού – κι εγώ προσπαθώ να φανώ αντάξιος του υψηλού καθήκοντος που έχω αναλάβει, να μείνω ξύπνιος σε όλη την διαδρομή για να κάνω παρέα στον μπαμπά – τουτέστιν πάλι είχα χάσει στο κορώνα-γράμματα με την Γιώτα για το ποιος θα καθίσει στο πίσω κάθισμα και ποιος στο μπροστά, με τον πίσω να είχε κάθε δικαίωμα να κοιμηθεί απλώνοντας χέρια-πόδια προς πάσα κατεύθυνση, ενώ ο μπροστά χτυπούσε κανονικότατα σκοπιά με την επιπλέον υποχρέωση να μιλάει/γελάει/καλμάρει τον μπαμπά που το πρώτη-δευτέρα-πρώτη-δευτέρα στην εθνική του είχε τσαταλιάσει το νευρικό σύστημα.
Συνέχεια ανάγνωσης «Απλά η αφορμή»

Τα βλέμματα

Επεισόδιο Δέκατο Όγδοο

Τι άλλο μπορεί να είναι αυτό που σε δένει με την γη, αν όχι τα πόδια που την περπάτησαν; Και τι άλλο μπορεί να είναι αυτό που σε κρατάει για πάντα δεμένο με έναν τόπο από τις εικόνες των ανθρώπων που τον έκαναν «κτήμα» τους;

Η Άνω Χώρα μου (μας) έδωσε απλόχερα μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου (μας). Και όταν χρειάστηκα κάπου να ακουμπήσω τις σκέψεις μου για να ξεκουράσω το μυαλό μου το χωριό ήταν και πάλι εκεί, μέσα μου, για να το ξαναπερπατήσω όπως το περπατούσα και τότε. Και όταν τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα καβαλούσα νοερά το ΒΜΧ και κατέβαινα με φόρα την κατηφόρα του Σαλούστρου, με μόνο εφόδιο αυτό που δεν θα ξαναβρώ ποτέ, την άγνοια κινδύνου. Συνέχεια ανάγνωσης «Τα βλέμματα»

Ο τόπος (μέρος δεύτερο)

Επεισόδιο Δέκατο Έβδομο

Μια βόλτα αρκεί. Το χωριό όπως το ζήσαμε δεν έχει αλλάξει πολύ, αν εξαιρέσεις την πρωτόγνωρη τουριστική του ανάπτυξη (ήδη λειτουργούν 7 ξενώνες και χτίζονται και άλλοι 2) και από την άλλη τα κλεισμένα παλιά μαγαζιά, που όμως την θέση τους – ευτυχώς -έχουν πάρει καινούρια. Έτσι κι αλλιώς τον τόπο δεν τον κάνουν τα κτίσματα, αλλά οι άνθρωποι, τα πόδια μας δεν περπατούν σε σοκάκια αλλά σε αναμνήσεις και το βλέμμα δεν στέκεται στις κλειστές πόρτες αλλά περνάει πίσω από αυτές, αναζητώντας μονάχα μια εικόνα οικειότητας. Και κάπως έτσι αυτό το χωριό, η Άνω Χώρα, τα καταφέρνει ακόμα – και μακάρι και για πάντα – να μου δείχνει τον δρόμο που θέλω να περπατώ. Συνέχεια ανάγνωσης «Ο τόπος (μέρος δεύτερο)»

Ο τόπος (μέρος πρώτο)

Επεισόδιο Δέκατο Έκτο

Τίποτα από όσα έχουμε ζήσει δεν θα ήταν το ίδιο αν δεν υπήρχε αυτός ο τόπος ο ευλογημένος απο τους θεούς των ελάτων, των καστανιών και των πλατάνων. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο αν οι βόλτες μας δεν μας έβγαζαν σε μονοπάτια μέσα στο δάσος ή αν κάθε στροφή δεν μας οδηγούσε να ξαναδούμε το χωριό από διαφορετική γωνία. Και μπορεί αυτό που μου λείπει περισσότερο σήμερα να είναι όλοι αυτοί που μεγαλώσαμε μαζί, αλλά και το χωριό από μόνο του είναι φορτισμένο με τόσες αναμνήσεις που αρκεί να είναι κανείς εδώ για να ξαναδεί μπροστά στα μάτια του όλα (μα όλα) τα «χαμένα επεισόδια».

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο τόπος (μέρος πρώτο)»