Don’t swallow the cap

Alfred Sisley, The River at Saint Cloud
Alfred Sisley, The River at Saint Cloud

Θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα μου χαμογελάσεις, χωρίς να σε νοιάζει που ξύπνησες κι εσύ από τις 7 ενώ δεν έχεις πού να πας, θα σηκωθούμε από το κρεβάτι και θα πιούμε καφέ κοιτάζοντας τον ήλιο να ανεβαίνει στην αρχή αργά και μετά πιο γρήγορα πάνω από την Πεντέλη, το φως θα πέφτει πάνω στα μισόκλειστα μάτια σου και θα βάζεις το χέρι σου μπροστά προσπαθώντας να κρυφτείς – από το φως ή από εμένα, δε ξέρω – και θα γεμίσουμε το πάτωμα σταγόνες καφέ και το τραπέζι με υπολείμματα μαρμελάδας. Μετά θα τρέχω να προλάβω το λεωφορείο των 8 παρά για να φτάσω πάλι καθυστερημένος στη δουλειά, δεν θα με νοιάζει η δουλειά, μόνο που θα καθυστερήσω να γυρίσω σε εσένα και θα έχω τα ακουστικά κολλημένα στα αυτιά, με National και Anthony και Cohen και όταν θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο θα μου πεις να σταματήσω να ακούω όσα με κρατάνε πίσω και να ακούω μόνο εσένα. Εσύ είσαι κάπου πιο μπροστά.

(Κόβεται το σήμα)

Συνέχεια

Ο γύρος του κόσμου σε R.E.M.

Hieronymus Bosch
Hieronymus Bosch

Κοιμήθηκα 30 χρόνια, ξύπνησα και ήμουν 62, ευτυχώς ξύπνησα. Δεν ήμουν σε αυτό το σπίτι, είχα βρει ένα δώμα σε μια ταράτσα, πρέπει να ήταν στην Αλεξάνδρεια, ίσως και στο Κάιρο, είχε ζέστη και υγρασία, σηκώθηκα και περπάτησα μέχρι τα κάγκελα, κάτω στο δρόμο περνούσαν Βεδουίνοι και παιδιά με τρίκυκλα. Πίσω στο δωμάτιο μια βαλίτσα προεξείχε κάτω από το κρεβάτι, πάνω της αυτοκόλλητα από αεροδρόμια, Μπρατισλάβα, Λίμα, Τόκιο, ευτυχώς ταξίδεψα, αλλά δεν ήξερα αν ήθελα ή αναγκάστηκα. Ντύθηκα και κατέβηκα τις σκάλες, ο δρόμος δεν έμοιαζε με εκείνον που είδα από ψηλά, θα βρισκόμουν στη Ρώμη μάλλον γιατί άκουσα κραυγές ανθρώπων και βρυχηθμούς λιονταριών, πρέπει να έφτασα στην εποχή που κατασπάραζε όσους ηδονίζονταν με τον διαμελισμό των άλλων, όλοι ίσοι τώρα, πρωταγωνιστές, τα λιοντάρια σου λιοντάρια μου.  Συνέχεια

Sex and Mayhem

2014-08-30 19.06.02-1

Βγαίνεις έξω και η νύχτα πέφτει όπως μια γραμμή αλκοόλ χυμένη στο πεζοδρόμιο, κοίτα, σου χαμογελάει, να μιλήσεις, τι να πω, την αλήθεια, λέμε ακόμα αλήθειες, νόμιζα ότι πίσω από τις μάσκες δεν πρέπει να μιλάμε για να μη λερωθεί η ηδυπάθεια. Άλλο βράδυ, άλλο κορμί, κοίτα, εκείνοι φιλιούνται στην άκρη του μπαρ, να γνωρίστηκαν τώρα ή να είναι χρόνια μαζί, τα πρωινά ποιος ξυπνάει πρώτος, ποιος φτιάχνει τον καφέ, ποιος ανοίγει πρώτος το πακέτο του άλλου για να μοιραστούν το τσιγάρο;

Μην τα σκέφτεσαι αυτά, μου λες, έχει αλλάξει το μαζί, τώρα ο καθένας το ξυπνητήρι του, ο καθένας τον καφέ του, τσιγάρο καπνίζει μόνο ο ένας. Ξέχνα αυτά που ήξερες, εδώ είναι καλοκαίρι, δεν είναι σκέψου μοίρασε.  Συνέχεια

Ξανά

2014-07-08 14.36.29-1

Φεύγεις. Γυρνάς. Πάλι.

Το καλοκαίρι φέτος στο νησί είχε για soundtrack μερικά χαρούμενα επιφωνήματα πάνω σε easy listening μελωδίες, μπερδεμένα I’m gonna start now με I wonder, μπουκαλάκια της μπύρας να τσουγκρίζονται ιδρωμένα κάτω από τον καυτό ήλιο, τιρκουάζ νερά πάνω σε γυαλιστερά άσπρα βότσαλα, μάτια που διψούσαν για την απέναντι στεριά, χέρια που διψούσαν για το απέναντι σώμα, συναντήσεις μετά τα μεσάνυχτα στα σκοτεινά στενά της χώρας, παράξενα ποτά σερβιρισμένα σε ακόμα πιο παράξενα ποτήρια, παραλίες που καλύπτονταν από δάση, δάση που υπόσχονταν παραλίες αρκεί να έβρισκες την άκρη τους. Οι μέρες έκαιγαν τα κορμιά και οι νύχτες τα ξεδιψούσαν, το μεσημέρι βρέχονταν οι πετσέτες και το βράδυ τα σεντόνια, μέσα σε μία εβδομάδα το νησί ρούφηξε όλο τον χειμώνα και τον εξαφάνισε, μέχρι να έρθει ο επόμενος και να σε εξαφανίσει.  Συνέχεια

Το νέο μαρτύριο

Paul Delvaux, The Cortege, 1963
Paul Delvaux, The Cortege, 1963

Θα σηκωθούμε ένα πρωί και θα φύγουμε από την πόλη, θα βγεις εσύ από το μπαρ, μεθυσμένος, με τα πόδια σου να παραπατούν στο πεζοδρόμιο, κι εκείνη, που θα έχει κουραστεί να σε περιμένει, θα βγει στον δρόμο με το νυχτικό, όχι για να σε βρει, αλλά για να σε αποφύγει. Η πόλη θα αργοξυπνάει μαζί μας, ένας συνταξιούχος στρατιωτικός θα σηκωθεί για την πρωινή του γυμναστική, φορώντας τις αρβύλες του, που αγόρασε είκοσι χρόνια πριν, και μια τρύπια φανέλα, θα βγει στον δρόμο και θα αρχίσει να τρέχει προς τον βορρά.

Πίσω σου θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι θαμώνες, κάποιος θα κρατάει στο χέρι ένα μπουκάλι μπύρα που θα το σπάσει στον πρώτο κάδο, ένας άλλος θα φωνάξει είσαι καριόλα και θα βάλει τα κλάματα. Εκείνη θα πάρει τον δρόμο που οδηγεί στην εθνική και λίγο πριν τον κόμβο με την γέφυρα που έχει ξεράσει πια τα σκουριασμένα της σίδερα, θα κοιτάξει ψηλά και για πρώτη φορά μετά από καιρό θα χαμογελάσει. Εσύ θα χαθείς για λίγο στα στενά της παλιάς πόλης, οι λιωμένες σόλες σου θα γλιστράνε πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο και η ανάσα σου θα γίνεται όλο και πιο βαριά μέσα στον πηχτό πρωινό αέρα. Ο πρώτος που θα επιχειρήσει να μπει στο αυτοκίνητό του θα καταλάβει ότι οι μηχανές δεν θα δουλεύουν πια και τα κλειδιά θα είναι άχρηστα να γυρίσουν είτε μίζες είτε πόρτες.  Συνέχεια

Μόνο οι εραστές μένουν

Silent
Φωτογραφία του Silentcrossing

Μου έδωσε το χέρι της. Ή έτσι νόμιζα. Καθόμασταν απέναντι στο λεωφορείο, σε αυτές τις τέσσερις πίσω θέσεις που είναι τοποθετημένες αντικριστά – δεν κατάφερα ποτέ να βρω μια λογική εξήγηση για την χρησιμότητά τους, ο μόνος κάπως πειστικός λόγος θα ήταν ίσως για να μπλέκονται τα πόδια σας ανυπόμονα, σαν προετοιμασία μέχρι να φτάσετε σπίτι και να μπλεχτούν τα σώματα κανονικά, όπως πρέπει. Εγώ ως συνήθως κοιτούσα έξω από το παράθυρο τις γκρίζες πολυκατοικίες με τις πολύχρωμες τέντες, όσο πιο γκρίζα η πολυκατοικία, τόσο πιο χρωματιστή η τέντα, στις πολύ παλιές φαίνεται ακόμα το ξεθωριασμένο σχέδιο μιας συστάδας λουλουδιών ή ενός εμπριμέ σύμπαντος.

Και εκείνη μου έδωσε το χέρι της. Στην αρχή νόμιζα ότι ζητούσε κάποιου είδους βοήθεια, χρήματα ή τσιγάρο ή ίσως ένα εισιτήριο. Μετά παρατήρησα ότι η χούφτα της ήταν κλειστή, κάτι κρατούσε στην παλάμη της και ήθελε να μου το δώσει. Έβγαλα τα ακουστικά και ψέλλισα ένα συγγνώμη; Είναι τα μάτια σου κόκκινα, μήπως θέλεις λίγο ορό; Χαμογέλασα. Όχι, δεν χαμογέλασα απλά, ένιωσα και το τελευταίο μου κύτταρο να χαμογελάει, γιατί ακόμα και τώρα, ακόμα και σήμερα, που στα λεωφορεία κυκλοφορούν υπάλληλοι με μηνιάτικο 420 ευρώ, που ξυπνούν στις 6 το πρωί και επιστρέφουν στις 7 το βράδυ, ακόμα και σήμερα, υπάρχει κόσμος που σε κοιτάει στα μάτια και όταν τα βλέπει κόκκινα ή θολά, τα νοιάζεται.  Συνέχεια

Ρίμες

Μιλάμε για τις εποχές γιατί κουραστήκαμε να μετράμε αντοχές. Τον τελευταίο καιρό του άρεσε να φτιάχνει ρίμες βάζοντας στην σειρά κλισέ ουσιαστικά και χιλιοειπωμένα ρήματα. Κάπου είχε ακούσει ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε ένα μεγάλο τετράδιο με έτοιμες ρίμες, εργαλείο χρήσιμο όταν πρέπει να ξεπληρώσεις στην πόκα έχοντας ως μόνο περιουσιακό στοιχείο τους στίχους σου. Δεν ήξερε αν ήταν μύθος ή αλήθεια, έβρισκε όμως την ιδέα ενός τέτοιου τετραδίου ελκυστική για τον καθένα – αν και ήξερε ότι μόνο η Παπαγιαννοπούλου θα μπορούσε να διακρίνει τις δυο πόρτες που έχει η ζωή ανάμεσα στο μπήκα και στο βγήκα.

Θα ήταν ωραία να γράφω στιχάκια και να μου τα μελοποιούν, σκέφτηκε. Ή να μου δίνουν μουσικές και να τους δείχνω τον δρόμο μέσα από ρίμες. Τον κυρίευαν συχνά τέτοια όνειρα. Τα ξεφορτωνόταν μόνο μια φορά τον μήνα, να μην τον βαραίνουν όσο περίμενε στην ουρά του ΟΑΕΔ. Δεν χρειάζεται κι άλλα βάρη η ουρά του ΟΑΕΔ, είναι από μόνη της ασήκωτη. Συνέχεια