Δεκατέσσερα μάτια

Ένα

Πολλές φορές το σκέφτομαι. Για το μίσος, λέω, και το φόβο. Πολλές φορές το σκέφτομαι και αναρωτιέμαι ποιο απ’τα δυο γεννάει τ’άλλο. Είναι το μίσος που γεννιέται απ’το φόβο ή ο φόβος από το μίσος; Κι αναρωτιέμαι τι θα γίνει μ’ εμάς, τι μας περιμένει αύριο, πού θα μας βγάλει όλο αυτό. Σε ποια χώρα θα ζήσουμε, αναρωτιέμαι, κι εμείς κι αυτοί που θα έρθουν μετά από εμάς; Σε μια χώρα που υπάρχει επειδή μισεί και φοβάται; Σε μια χώρα που θα υπάρχει για να μισεί και να φοβάται; Και θέλω να πιστέψω σε κάτι. Θέλω κάτι να πιστέψω, εντάξει; Κάτι, κάποιον να πιστέψω. Θέλω να πιστέψω σ’ έναν νέο Χριστό, κι ας ξέρω ότι δεν υπάρχει, κι ας ξέρω ότι δεν θα κατέβει ποτέ στη γη, δεν θα γεννηθεί, δεν θα σταυρωθεί, δεν θ’ αναστηθεί. Να ξέρεις ότι κάτι δεν υπάρχει και να πιστεύεις σ’ αυτό – αυτή είναι, σκέφτομαι, η μόνη σωτηρία που μας έμεινε. Γιατί αν πιστεύεις σε κάτι που δεν υπάρχει, μπορεί – ποιος ξέρει, μπορεί – κάποια μέρα να γεννηθεί εκείνο που πιστεύεις.

Ο Χρήστος Οικονόμου προσπαθεί να γεννήσει το καλό που θα έρθει από τη θάλασσα, ακόμα και σε ένα νησί που μοιάζει με φυλακή. Και γράφει άλλη μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων. Συνέχεια ανάγνωσης «Δεκατέσσερα μάτια»

Δεκατρία σώματα

Ένα

Τον κρατούσε όλο το βράδυ αγκαλιά. Μην τυχόν κινηθεί και τον ξυπνήσει. Να ξεκουραστεί εκεί. Να μην περάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο μακριά της. Να τον κρατήσει λίγο ακόμα. Να μην ακούει τους χτύπους του ρολογιού. Να τον ακούσει να αναπνέει. Να τον χαϊδέψει απαλά κάτω από τη μπλούζα. Να τον ησυχάσει. Να του ψιθυρίσει ένα όνειρο. Να του μιλήσει σιγανά για ένα παιδί. Να ακούει την καρδιά του.

Δύο

Ας το παραδεχτούμε, πρέπει, οφείλεις να επιχειρήσεις τα πάντα ενάντια στη φρίκη της φτώχειας, πρέπει να μεθύσεις μ’ ό,τι σου βρεθεί, με κρασί, φτηνό, με μαλακία, με κινηματογράφο. Και να μην είσαι δύσκολος, «particular», καταπώς λένε στην Αμερική.
[…] Μιας και δεν είμαστε παρά δοχεία χλιαρών και σάπιων εντοσθίων, θα ‘χουμε πάντα πρόβλημα με το συναίσθημα. Δεν είναι τίποτα να ερωτευθείς, το δύσκολο είναι να παραμείνεις με τον άλλο. Το σκουπίδι δεν γυρεύει μήτε να διαρκέσει μήτε να μεγαλώσει. Ως προς αυτό, είμαστε πολύ πιο άτυχοι από το σκατό κι είναι απίστευτο μαρτύριο τούτη η λύσσα μας να εμμένουμε στην κατάστασή μας.
Δεν υπάρχει θεϊκότερο αντικείμενο λατρείας απ’ τη μυρωδιά μας, πάει τελείωσε. Όλη η δυστυχία μας οφείλεται στο ότι πρέπει να παραμείνουμε πάση θυσία ο Ζαν, ο Πιερ ή ο Γκαστόν, για κάμποσα χρόνια. Το κορμί μας, αυτό το μασκάρεμα αεικίνητων και κοινότατων μορίων, επαναστατεί συνεχώς ενάντια σε τούτη τη φάρσα του διαρκείν. Τα μόριά μας θέλουν να πάνε το ταχύτερο να χαθούν στο σύμπαν, τα χρυσά μου! Τα βασανίζει το ότι δεν είναι παρά «εμείς», κορόιδα του απείρου. Θα διαλυόμασταν αν είχαμε τα κότσια, και λίγο λείπει να το καταφέρουμε, μέρα τη μέρα. Τ’ αγαπημένο μας μαρτύριο είναι εκεί κλεισμένο, ατομικό, μες στο πετσί μας, με την αλαζονεία μας μαζί.
Το 1932 ο Σελίν γράφει το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας. Ξέροντας από πριν την μετέπειτα ζωή του συγγραφέα, έψαχνα να βρω ναζιστικούς σπόρους. Δεν βρήκα. Βρήκα όμως ένα από τα πιο αληθινά ακραία (και γι’αυτό, τελικά, ρεαλιστικά) μυθιστορήματα που έχω διαβάσει ποτέ.

How Τhe South Has Won And Where It Got Us

Ακόμα και αν ξεχάσεις τα τοπία, τους ανθρώπους, τους στίχους από τα τραγούδια που μιλούν για το νησί ή το γεγονός ότι εδώ μεγάλωσες και εδώ είναι  ακόμα το πατρικό σου, θα υπάρχει πάντα μια εικόνα που θα τριγυρνάει στο μυαλό σου σαν παλιά βιντεοκασέτα που χάλασε με τον καιρό και επαναλαμβάνει αδιάκοπα την ίδια ολιγόλεπτη σκηνή. Είσαι δεκαοκτώ, είναι Χριστούγεννα και γυρνάς για πρώτη φορά από την Αθήνα στο νησί, φοιτητής πια. Στέκεσαι στην πλώρη του καραβιού και η πόλη αρχίζει δειλά να σβήνει τα φώτα της, έτοιμη για μια ακόμη ημέρα διαλόγου με τα κύματα. Και όπως είσαι νυσταγμένος και κουρασμένος από το ολονύχτιο ταξίδι στο κατάστρωμα, δεν ξέρεις αν πηγαίνεις σπίτι σου ή έρχεσαι από αυτό. Και θα είναι πάντα αυτός ο μικρός διχασμός που τελικά σε ξεγελάει ότι ζεις χωρίς πατρίδα.

Μικρά απογεύματα

Αυτός ο Νοέμβρης αποφάσισε να ζήσει ως Σεπτέμβρης. Και το κατάφερε γιατί έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα, άφησε τον ήλιο να πέσει πάνω του χωρίς ενοχές. Τώρα μένει να δει αν ο ήλιος θα παραμείνει ενοχικός, ακολουθώντας όπως κάθε χρόνο τον χειμώνα.

Στο μικρό καφέ που κρύβεται σε ένα σοκάκι της πόλης, σου διαβάζω την εφημερίδα και εσύ μπερδεύεις την Ισλανδία με το Τουβαλού, έτσι έχουν μπερδευτεί πια όλα, το άρθρο μιλάει για την δημιουργία ενός νέου είδους πρόσφυγα, του περιβαλλοντικού ή κλιματικού ή οικολογικού, ο τελικός ορισμός του θα καθορίσει και την τύχη που θα έχει η αναγνώρισή του, γιατί τώρα πια οι χώρες δεν εξαφανίζονται μόνο με πολέμους ή μνημόνια αλλά και από την στάθμη της θάλασσας ή την μακροχρόνια ξηρασία. Δεν ισχύει αυτό το τώρα πια, σκέφτομαι, θυμήσου την Σαντορίνη ή την Ατλαντίδα, μόνο που τώρα η γη βιάζεται να μας ξεφορτωθεί.  Συνέχεια ανάγνωσης «Μικρά απογεύματα»

Είναι ο χρόνος

 

Οι φίλοι μου λένε ότι είμαι συμβιβαστικός. Προσπαθώ πάντα να στέκομαι στη μέση της γέφυρας, και ενώ σε κάθε όχθη ο κόσμος τραβάει τον δρόμο του κατηγορώντας ή αδιαφορώντας για τους απέναντι, εγώ τους καλώ όλους να ανέβουν στη γέφυρα για να βουλιάξουμε παρέα. Φέρομαι διπλωματικά λένε, αρνούμαι ή αργώ πολύ να πάρω θέση, προτάσσω την ανάγκη μου για μη-σύγκρουση ακόμα κι όταν η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Αυτή η μη-σύγκρουση καταλήγει σε μη-θέση, και η μη-θέση με την σειρά της στην αποστασιοποίηση.

-/-

Τα τελευταία χρόνια, ένας συνδυασμός τυχαίων γεγονότων και συνειδητών επιλογών με έχει κάνει πιο προσεκτικό με τους ανθρώπους. Όχι απαραίτητα καχύποπτο, πιο προσεκτικό. Αφιερώνω περισσότερο χρόνο στην παρατήρησή τους και λιγότερο στην άμεση αλληλεπίδραση. Το παθαίνεις αυτό ασυνείδητα με τον καιρό, όταν χάνεις ανθρώπους που θεωρούσες δεδομένους ή απομακρύνεσαι εσύ, σε πρώτο χρόνο. Οι καινούριες σχέσεις απαιτούν χρόνο, αρχικά για να υπάρξουν οι αμοιβαίες εξηγήσεις του ποιος είσαι και από που έρχεσαι και στη συνέχεια για να προλάβει να εκδηλωθεί η ανάγκη μας να διαθέσουμε τον παροντικό και μελλοντικό μας χρόνο στον άλλο. Είναι πιο δύσκολες οι νέες σχέσεις, μπορούν να χαθούν εύκολα μεταξύ δουλειάς, άγχους και ενήλικων προβλημάτων, και αυτή τους η δυσκολία δυναμώνει από το γεγονός ότι εν τω μεταξύ πρέπει και να προλάβεις να εξηγήσεις συμπεριφορές που οφείλονται στο μη κοινό σας παρελθόν. Στις ενήλικες φιλίες μου, η ανταλλαγή χρόνου προηγείται της ανταλλαγής συναισθήματος, κι αυτό, όπως είναι φυσικό, δημιουργεί μια απόσταση. Σκέφτομαι αν βαδίζω σωστά – αν όχι, αναρωτιέμαι αν προλαβαίνω να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να ξαναβάλω στην αφετηρία το συναίσθημα αντί της παρατήρησης.  Συνέχεια ανάγνωσης «Είναι ο χρόνος»

Και ένα

The Card Players, Paul Cezanne
The Card Players, Paul Cezanne

Οι απολογισμοί είναι σαν μικρές βραχονησίδες στη μέση του πελάγους. Υπό κανονικές συνθήκες, αν ας πούμε ταξιδεύεις με το πλοίο της γραμμής για το μεγάλο νησί με τις μικρές παραλίες και τα πράσινα νερά, δεν θέλεις σε καμία περίπτωση να πέσεις πάνω τους, αν όμως είσαι ήδη ναυαγός αυτή η στεριά είναι η μόνη σου σωτηρία. Ο απολογισμός σαν επιλογή δεν έρχεται ποτέ, υπάρχει πάντα μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που θα σε οδηγήσει σε αυτόν. Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης: συνεπαρμένος από το παιχνίδι τραβάς συνεχώς χαρτιά και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις πιάνεις 31. Κέρδισες, μόνο που δεν σου έμαθε κανείς τι να κάνεις τα κέρδη σου. Αφού εδώ είναι τράπουλα και όχι ταξίδι, παραφράζεις στα γρήγορα τον Καβάφη, λες σημασία έχει το παιχνίδι και ξανακοιτάς τα χαρτιά που τράβηξες.  Συνέχεια ανάγνωσης «Και ένα»

Εσύ που έμεινες πίσω

Father and son, Cathy Jourdan
Father and son, Cathy Jourdan

Έρχομαι σπίτι μετά από μήνες, δεν μπορώ να βάλω κτητική αντωνυμία, είναι το σπίτι, θα έπρεπε να πω μου ή μας, αλλά δεν το νιώθω πια έτσι, όσο περνάει ο καιρός γίνεται σου και μόνο δικό σου. Στρώνουμε να κοιμηθούμε και ψάχνω για σεντόνια, φαντάζομαι ότι είναι φυλαγμένα εκεί που τα έβαζε εκείνη, δεν είμαι και σίγουρος, έχεις κάνει όλες τις πιθανές ανώδυνες αλλαγές για να φέρεις τους τοίχους στα μέτρα σου, έχεις εγκαταλείψει και το κρεβάτι σας και κοιμάσαι στο δικό μου, έχει φασαρία στο άλλο, μου λες, φαντάζομαι τα βράδια να ακούς τις φωνές της και γνέφω καταφατικά.  Συνέχεια ανάγνωσης «Εσύ που έμεινες πίσω»